Οι διαβητικοί ίσως μπορέσουν σύντομα να απαλλαγούν από τις ενέσεις ινσουλίνης, εφόσον η φαρμακοβιομηχανία αναπτύξει ένα φάρμακο, που θα χρειάζεται να παίρνουν μόνο μία φορά τον χρόνο.


Οι επιστήμονες βρήκαν μία ορμόνη που ενισχύει την έκκριση της ινσουλίνης και η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει μία ελπίδα για τη μείωση ή ακόμα και τη διακοπή των ενέσεων ινσουλίνης στους διαβητικούς τύπου 2. Η ορμόνη αυτή λέγεται μπετατροφίνη και δίνει ελπίδες για μία επαναστατική θεραπεία στον διαβήτη τύπου 2, που ευνοείται από την αύξηση του βάρους και που γίνεται όλο και πιο συχνή στις μέρες μας. Μάλιστα, στα ποντίκια φάνηκε ότι η εν λόγω ορμόνη αύξησε τα Βήτα κύτταρα του παγκρέατος κατά 30 φορές.


Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Harvard πιστεύουν ότι η ορμόνη μπετατροφίνη θα μπορούσε να σταματήσει την περαιτέρω εξέλιξη της ασθένειας. Μάλιστα οι επιστήμονες τόνισαν ότι αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι ασθενείς, αντί να κάνουν ενέσεις ινσουλίνης τρεις φορές την ημέρα, θα παίρνουν την εν λόγω ορμόνη μία φορά τη βδομάδα, τον μήνα, ή στην καλύτερη περίπτωση τον χρόνο.


Στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 το πάγκρεας, και συγκεκριμένα τα Βήτα κύτταρά του, δεν παράγει επαρκείς ποσότητες ινσουλίνης, που είναι η ορμόνη που είναι υπεύθυνη για τον μεταβολισμό της γλυκόζης του οργανισμού.


Καταρχάς, το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με δίαιτα και άσκηση αλλά συχνά η υγεία των πασχόντων επιβαρύνεται καθώς μεγαλώνουν και χρειάζονται φάρμακα ή/και ενέσεις ινσουλίνης επειδή σιγά σιγά το πάγκρεας παράγει όλο και λιγότερη ινσουλίνη. Έτσι, ψάχνοντας οι επιστήμονες να βρουν μία λύση για να δώσουν μία ώθηση στο πάγκρεας ώστε να παράγει περισσότερη ινσουλίνη οδηγήθηκαν σε αυτήν την ορμόνη που την ονόμασαν μπετατροφίνη.


Ο καθηγητής Doug Melton είπε ότι η ανακάλυψη τον ενθουσίασε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Και εξήγησε: «Η ιδέα μας είναι σχετικά απλή. Θα παρέχουμε στους διαβητικούς την εν λόγω ορμόνη και αυτή θα αυξάνει τα Βήτα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν την ινσουλίνη και έτσι θα ανακόπτεται και η πορεία του διαβήτη τους». Οι φαρμακοβιομηχανίες έχουν ήδη ενδιαφερθεί και περιμένουμε ότι η ορμόνη θα δοκιμαστεί σε ανθρώπους σε περίπου 3 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά θα χρειαστούν περίπου 10 χρόνια μέχρι να αποδειχτεί ότι είναι ασφαλής και αποτελεσματική ώστε να κυκλοφορήσει στην αγορά.