Οι μαθησιακές δυσκολίες, όπως η δυσλεξία, η δυσαριθμησία, η έλλειψη συγκέντρωσης, η υπερδραστηριότητα και ο αυτισμός, επηρεάζουν το 10% του πληθυσμού, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 2-3 μαθητές σε κάθε τάξη, υποστηρίζουν οι επιστήμονες από το University College του Λονδίνου (UCL).


Οι δυσκολίες αυτές αναφέρονται σε ένα σύνολο διαταραχών, οι οποίες εκδηλώνονται με προβλήματα στην ομιλία, στην ανάγνωση, στη γραφή, στην κατανόηση του προφορικού και γραπτού λόγου, στην αναγνώριση αριθμών και μαθηματικών συμβόλων, στην εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και σε πολλά άλλα. Οφείλονται σε λάθη στη δομή του εγκεφάλου συχνά τροφοδοτούνται και από άλλες αιτίες, όπως το οικογενειακό περιβάλλον, ωστόσο φαίνεται πως έχουν ισχυρή γενετική βάση (κληρονομική).


Σύμφωνα με την έρευνα, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Science, πολλά παιδιά επηρεάζονται τουλάχιστον από μία μαθησιακή δυσκολία. Έχει διαπιστωθεί ότι οι μαθητές που είναι υπερκινητικοί ή που υποφέρουν από έλλειψη συγκέντρωσης, αντιμετωπίζουν παράλληλα πρόβλημα δυσλεξίας σε ποσοστό 33-45% ή δυσαριθμησίας σε ποσοστό 11%.


Ο καθηγητής Μπράιαν Μπάτεργουορθ από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Νευροεπιστήμης του UCL και επικεφαλής της έρευνας, δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές διαταραχές που σχετίζονται με τη νευρολογική ανάπτυξη και οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν μαθησιακές δυσκολίες ακόμη και σε παιδιά με φυσιολογικό ή και υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Επίσης, γνωρίζουμε ότι συμβαίνουν πιο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς. Πλέον, είμαστε σε θέση να βρούμε αποτελεσματικούς τρόπους, ώστε να βοηθήσουμε τους μαθητές που υποφέρουν από αυτού του είδους τις δυσκολίες».


Στη μελέτη αναφέρονται τα μέχρι στιγμής επιστημονικά δεδομένα, που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των μεθόδων διδασκαλίας και στην κατάρτιση των σχολικών ψυχολόγων και των καθηγητών. Μάλιστα, εξετάζεται η χρήση ειδικών εφαρμογών στον υπολογιστή, όπως τα παιχνίδια, που θα διευκολύνουν τη διαδικασία της μάθησης.