Είχαμε πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με την κλινική ψυχολόγο –παιδοψυχολόγο  κ. Άνθια Ναυρίδη για το πώς τα παραμύθια αφήνουν το αποτύπωμά τους στον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών. Αφορμή στάθηκε το βιβλίο της κ. Ναυρίδη «Ιστορίες για παιδιά … για τους γονείς τους», το οποίο μας κέντρισε το ενδιαφέρον και μας ώθησε να αναζητήσουμε τη συγγραφέα και μητέρα δυο παιδιών.

Κ. Ναυρίδη με ποιο τρόπο τα παραμύθια συμβάλλουν στην ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού; 
Καταρχήν τα παραμύθια ψυχαγωγούν τα παιδιά. Παράλληλα ,βοηθούν στην ανάπτυξη του μυαλού και της προσωπικότητάς τους διεγείροντας και καλλιεργώντας την επινοητικότητα, την εφευρετικότητα και την φαντασία τους. Επιπλέον, υπάρχουν παραμύθια, όπως τα κλασικά, που διαφωτίζουν τα παιδιά σχετικά με τον εαυτό τους επειδή εκτυλίσσονται εκεί όπου, συναισθηματικά και ψυχολογικά, βρίσκονται και τα ίδια τα παιδιά.

Τι εννοείτε;
Τα κλασικά παραμύθια μιλούν για τις βαθύτερες και πιο σοβαρές ανησυχίες του παιδιού με τρόπο που το ίδιο καταλαβαίνει, χωρίς να τις υποτιμούν όπως συνηθίζουμε να κάνουμε εμείς οι μεγάλοι.

Ποιες είναι αυτές οι σοβαρές ανησυχίες;
Η ζήλια λόγου χάρη, ανάμεσα στα αδέρφια και η αγωνία ενός παιδιού ότι αγαπιέται λιγότερο από το αδελφάκι του που εκφράζονται έντονα σε κλασικά παραμύθια όπως η Σταχτομπούτα. Πρόκειται για παραμύθια σκληρά που πολλές φορές οι γονείς δεν θέλουμε να διαβάσουμε στα παιδιά μας. Αυτά τα παραμύθια όμως παίρνουν στα σοβαρά τα υπαρξιακά διλήμματα του παιδιού όπως την ανάγκη του παιδιού να αγαπιέται, το φόβο ότι δεν αξίζει, την αγάπη για τη ζωή, τον φόβο για το θάνατο. Με αυτή την έννοια μπορούν να παίξουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική τους ανάπτυξη.

Μερικές φορές όμως κι εμείς οι γονείς δεν θέλουμε να διαβάσουμε στο παιδί ένα σκληρό παραμύθι. Θα έπρεπε τα παραμύθια να έχουν happy end;
Κατά τη γνώμη μου δεν είναι απαραίτητο ένα παραμύθι να έχει πάντα happy end. Όλα είναι μέσα στη ζωή. Και οι ιστορίες με καλό τέλος και εκείνες με κακό. Αρκεί βέβαια, να είναι κατάλληλες για την ηλικία ενός παιδιού. Επίσης, να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν είναι όλες οι ιστορίες κατάλληλες για όλες τις ώρες. Δε θα συμβούλευα δηλαδή ένα γονιό να διαβάσει μια ιστορία με τον κακό λύκο την ώρα που βάζει το παιδί για ύπνο. Όσον αφορά τις πιο σκληρές ιστορίες θα έλεγα ότι πολλές φορές εμείς οι γονείς πιστεύουμε ότι το παιδί χρειάζεται να απομακρύνεται από ό,τι το δυσκολεύει, από ό,τι είναι δυσάρεστο, από τα άγχη του, από το θυμό και τις βίαιες αντιδράσεις. Πιστεύουμε ότι πρέπει να είναι κοντά μόνο σε αυτά που του δίνουν ευχαρίστηση, που εκπληρώνουν τις επιθυμίες του.

Είναι λάθος αυτό;
Εάν το κάνουμε αυτό ουσιαστικά εκθέτουμε το παιδί μόνο στη φωτεινή πλευρά της ζωής. Και έτσι τρέφουμε μονόπλευρα το μυαλό του, επειδή με αυτό τον τρόπο δεν του μεταδίδουμε και την άλλη μισή αλήθεια, που είναι ότι και τα άσχημα και τα δυσάρεστα που συμβαίνουν γύρω του επίσης οφείλονται στην ανθρώπινη φύση η οποία επομένως, δεν είναι μόνο καλή, αλλά είναι και επιθετική και θυμωμένη και εγωιστική. Γιατί αν δεν το κάνουμε αυτό και αφήσουμε τα παιδιά να πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι μόνο καλοί, τα μπερδεύουμε μια και τα ίδια τα δικά τους βιώματα τους μαρτυρούν ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα καλά. Επιπλέον, τους δημιουργούμε αμφιβολίες για τα δικά τους «κακά» συναισθήματα όπως τα συναισθήματα οργής και θυμού. Δηλαδή, τα κάνουμε να νιώθουν ότι τους συμβαίνει κάτι που δεν είναι φυσιολογικό. Γιατί ένα παιδάκι θα ζηλέψει το αδελφάκι του, θα ευχηθεί να μην υπήρχε στη ζωή του, θα θυμώσει με τη μαμά που δεν του κάνει το χατίρι και θα φαντάζεται κάτι κακό γι’ αυτήν. Με άλλα λόγια, είναι σαν τα σπρώχνουμε να φανούν τερατάκια στα ίδια τους τα μάτια. Ότι δεν είναι φυσιολογικό αυτό που νιώθουν.

Πως κρίνουμε ποιο παραμύθι ταιριάζει στο παιδί μας;
Αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε επειδή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια σε τι φάση βρίσκεται και τι διαπραγματεύεται συναισθηματικά το παιδί μας. Αν το καλοσκεφτούμε ένα παραμύθι που εμάς μπορεί να μας φαίνεται σκληρό, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή η Χιονάτη, όταν το διαβάσουμε σε ένα παιδάκι τριών χρονών, που δεν το έχει απασχολήσει ακόμη ο θάνατος, ούτε καν θα μας ρωτήσει. Εμείς όμως τρομάζουμε, επειδή για εμάς αυτές οι λέξεις έχουν αποκτήσει νόημα, συμβολίζουν πράγματα πια, τις έχουμε συνδέσει με επώδυνες καταστάσεις στη ζωή μας.

Η προτίμηση ενός παιδιού για ένα συγκεκριμένο παραμύθι τι αποκαλύπτει;
Καταρχήν ότι το παραμύθι είναι κατάλληλο για τη φάση της ζωής στην οποία βρίσκεται το παιδί και ότι το μοτίβο και τα θέματα που πραγματεύεται έρχονται να προσδώσουν νοήματα σε αυτά που απασχολούν το παιδί. Αυτό βέβαια, εμείς δεν μπορούμε να το ξέρουμε εκ των προτέρων και έτσι πειραματιζόμαστε. Όταν κατά την αφήγηση ενός παραμυθιού, που εμείς επιλέγουμε είτε γιατί μας αρέσει, είτε επειδή μας άρεσε σαν παιδιά, δούμε ότι το παιδί δεν ενδιαφέρεται, αυτό σημαίνει ότι στην παρούσα φάση το παραμύθι δεν του λέει κάτι. Επομένως διαλέγουμε κάτι άλλο και σύντομα ανακαλύπτουμε ότι ένα παραμύθι γίνεται πολύ σημαντικό για το παιδί γεγονός που αποκαλύπτεται από την ένταση των συναισθημάτων του την ώρα της ανάγνωσης, καθώς και από το ότι θα μας ζητάει συνεχώς να του το διαβάσουμε. Και κάποια στιγμή θα πάρει όλα όσα χρειάζεται από αυτό το παραμύθι και θα αναζητήσει διέξοδο σε ένα άλλο.

Κλασικά ή μοντέρνα παραμύθια;
Τα κλασικά παραμύθια προσφέρουν νοήματα σε διάφορα επίπεδα και εμπλουτίζουν την ύπαρξη των παιδιών. Μιλούν για πιο σοβαρές ανησυχίες όπως ο θάνατος ενός γονιού ή η αγωνία ενός παιδιού που μένει μόνο του, όπως ο Κοντορεβυθούλης. Και συχνά ένα παιδί καλείται να τα βγάλει πέρα μόνο του με πράγματα που εμάς μπορεί να μας φαίνονται απλά ή αυτονόητα όπως π.χ., να πάει μόνο του στο σχολείο, να κάτσει μόνο του με τη γιαγιά του. Οι πιο μοντέρνες ιστορίες τα αποφεύγουν αυτά. Τα κλασικά παραμύθια από την άλλη, δεν έχουν να διδάξουν τα παιδιά τίποτα για τις συνθήκες ζωής της σύγχρονης κοινωνίας που έχουν ενδεχομένως οι πιο μοντέρνες ιστορίες. Ωστόσο, όλα χρειάζονται.

Ο γονιός «επιτρέπεται» να τροποποιεί το παραμύθι την ώρα που το διαβάζει; Να κόβει τα δύσκολα κομμάτια όπως π.χ. το θάνατο ενός… γράμματος;
Είναι απόλυτα κατανοητό το γιατί το κάνει. Γιατί αυτά τα πράγματα μας αναστατώνουν και θα θέλαμε τα παιδάκια μας να παραμείνουν σε ένα ροζ συννεφάκι όπου δεν θα τα αγγίζουν τα δυσάρεστα της ζωής. Αυτά όμως είναι μέσα στη ζωή. Και δεν πρέπει να τα αποφεύγουμε επειδή αποτελούν διεξόδους. Και το παραμύθι δίνει την ευκαιρία να εκφραστούν όλες αυτές οι ανησυχίες. 

Ορισμένοι γονείς καλύπτουν το κείμενο και αφήνουν το παιδί να δημιουργήσει τη δική του ιστορία κοιτώντας τις εικόνες.
Μέσα από αυτό τον τρόπο ενισχύονται οι δυνατότητες ενός παιδιού για αφήγηση, διεγείρεται η φαντασία του. Δεν υπάρχουν λάθος και σωστοί τρόποι για να διαβάσουμε ένα παραμύθι. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να απολαμβάνουμε τις στιγμές που είμαστε με τα παιδιά μας, αφήνοντας πίσω τα «πρέπει» και τις οδηγίες χρήσης. 

Εμείς οι μεγάλοι να διαβάζουμε παραμύθια;
Όλοι μας κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας οπότε ένα παραμύθι μπορεί να μας πάει πίσω σε δικές μας προσωπικές αναμνήσεις και εμπειρίες, να μας θυμίσει δικά μας συναισθήματα που μοιάζουν με εκείνα των παιδιών μας και έτσι να μας ανοίξουν έναν επιπλέον τρόπο να κατανοήσουμε και να προσεγγίσουμε τα παιδιά μας.