Η μελέτη, τα ευρήματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Molecular Psychiatry», πιστεύεται ότι θα βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν τους βιολογικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από κάθε μορφή διανοητικής δυσλειτουργίας.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου King’s College στο Λονδίνο εξέτασαν 1.583 υγιείς εφήβους, ηλικίας 14 ετών. Αρχικά, τους υπέβαλαν σε μία σειρά από λεκτικά και μη λεκτικά τεστ νοημοσύνης και κατόπιν ανέλυσαν τα δείγματα DNA και τις αξονικές τομογραφίες των εγκεφάλων τους. Η επιστημονική ομάδα, με επικεφαλής την δρ. Sylvane Desrivieres από το Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου, μελέτησε την εξωτερική στοιβάδα του εγκεφάλου τους, που είναι γνωστή ως φαιά ουσία (ή «γκρίζα ύλη») και η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη μνήμη, την προσοχή, την αντίληψη, τη σκέψη, τη γλώσσα και τη συνείδηση.

Στη συνέχεια, η ομάδα ανέλυσε περισσότερες από 54.000 γενετικές μεταλλάξεις, που πιθανότατα εμπλέκονται στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και διαπίστωσε ότι οι έφηβοι που έφεραν μία συγκεκριμένη παραλλαγή ενός γονιδίου είχαν πιο λεπτό φλοιό στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου και ήταν εκείνοι που είχαν τις χειρότερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης.

«Θέλαμε να ανακαλύψουμε με ποιο τρόπο οι διαφορές στη δομή του εγκεφάλου σχετίζονται με τις διαφορές στη νοητική ικανότητα. Η γενετική μετάλλαξη, που εντοπίσαμε, συνδέεται με την συναπτική πλαστικότητα, με τον τρόπο δηλαδή που επικοινωνούν οι νευρώνες. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σε επίπεδο νευρώνων σε συγκεκριμένες μορφές διανοητικών βλαβών, όπου η ικανότητα των νευρώνων να επικοινωνούν αποτελεσματικά, κατά κάποιον τρόπο, επηρεάζεται», δήλωσε η Sylvane Desrivieres. Καταλήγοντας, ωστόσο, διευκρίνισε πως «…είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η ευφυΐα επηρεάζεται από πολλούς γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Το γονίδιο που εντοπίσαμε απλώς εξηγεί μία πολύ μικρή αναλογία των διαφορών στις νοητικές δυνατότητες».