«Δεν είχα γάλα», «Μου κόπηκε γρήγορα», «Έπαθα μαστίτιδα και εγκατέλειψα την προσπάθεια». Αυτές είναι οι φράσεις που θα ακούσουμε από τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών όταν τις ρωτήσουμε αν θήλασαν. Τι συμβαίνει και ένα τόσο μεγάλο ποσοστό καταφεύγει στη λύση του ξένου γάλακτος; Οι ειδικοί τονίζουν ότι μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός γυναικών δεν είναι πράγματι σε θέση να θηλάσει. Οι υπόλοιπες, το πιθανότερο σενάριο αν δεν τα καταφέρουν, είναι ότι δεν έχουν ενημερωθεί επαρκώς ή σωστά σχετικά με τον μητρικό θηλασμό. Καταγράψαμε, λοιπόν, τους 6 πιο συνηθισμένους λόγους, τους οποίους επικαλούνται οι γυναίκες που δεν θήλασαν και εξηγούμε με τη βοήθεια των ειδικών γιατί δεν ισχύουν. Όχι για να δημιουργήσουμε επιπλέον ενοχές στον εαυτό μας που δεν τα κατάφερε, αλλά για να νιώσουμε καλύτερα γνωρίζοντας ότι (σχεδόν) πάντα υπάρχει τρόπος να συνεχίσουμε και να πετύχουμε το θηλασμό την επόμενη φορά ή να συμβουλεύσουμε τις νέες μαμάδες.

«Δεν έχω γάλα»
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τις συστάσεις του για «Τα 10 βήματα για επιτυχημένο θηλασμό», το Α και το Ω για να καταφέρουμε να θηλάσουμε το μωρό μας είναι να βάλουμε το νεογέννητο στο στήθος μέσα στην πρώτη ώρα μετά τον τοκετό (ακόμα και όταν πρόκειται για καισαρική). Επίσης σημαντικό είναι κατά τη διαμονή μας στο μαιευτήριο να έχουμε το μωρό συνεχώς μαζί μας στο δωμάτιο. Στα μαιευτήρια που φέρουν τον τίτλο «Baby friendly» (πιστοποίηση που δίνεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την UNICEF για τον Μητρικό Θηλασμό) αυτό είναι κανόνας. Στα υπόλοιπα μαιευτήρια, μπορούμε να ζητήσουμε την υπηρεσία «rooming in». Έτσι, θα μπορούμε να θηλάζουμε το μωρό όσο συχνά επιθυμεί το ίδιο, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται ο μαστός και να δίνει σήμα στην υπόφυση του εγκεφάλου να παράγει γάλα.  Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο θηλασμός βασίζεται στον νόμο προσφοράς- ζήτησης. Με απλά λόγια, όσο περισσότερο βάζουμε το μωρό στο στήθος, τόσο περισσότερο γάλα παράγει ο οργανισμός μας.

«Πονάω»
Πιστεύουμε ότι ο πόνος είναι συνώνυμο του θηλασμού. Λάθος. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, αν νιώθουμε πόνο κατά τον θηλασμό, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά, γι’ αυτό και θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία. Συνήθως ευθύνεται η λάθος τοποθέτηση του μωρού στο στήθος. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να απευθυνθούμε σε έναν ειδικό (μαία, σύμβουλο θηλασμού) όσο πιο νωρίς γίνεται (ιδανικά τις πρώτες μέρες που βρισκόμαστε ακόμα στο μαιευτήριο) για να μας βοηθήσουν να βρούμε τον σωστό τρόπο τοποθέτησης του μωρού. Για παράδειγμα, ένας βασικός κανόνας είναι ότι φέρνουμε το μωρό προς το στήθος και όχι το στήθος προς το μωρό. Επίσης, υπάρχουν συγκεκριμένες θέσεις θηλασμού που διευκολύνουν π.χ. γυναίκες που έχουν κάνει καισαρική και πονάνε ακόμα τα ράμματα. Σημαντικό είναι ακόμα να βεβαιωθούμε ότι το μωρό πιάνει μεγάλο μέρος της θηλαίας άλως και όχι μόνο την θηλή. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο να καταπολεμάμε τον πόνο από τη αρχή, γιατί ενδεχομένως να εξελιχθεί σε τραυματισμό.

«Έπαθα μαστίτιδα»
Στα πρώτα συμπτώματα που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε μαστίτιδα (η οποία οφείλεται συνήθως στο ότι έχει φράξει κάποιος πόρος στο μαστό) συγκαταλέγεται το να νιώθουμε το στήθος μας σκληρό και βαρύ. Σε αντίθεση με ότι λανθασμένα πιστεύουν αρκετοί, ο θηλασμός όχι μόνο δεν πρέπει να σταματάει σε αυτήν την περίπτωση, αλλά αντίθετα συμβάλλει στην αποσυμφόρηση του στήθους και βοηθάει στο να μην εξελιχθεί περαιτέρω η φλεγμονή (οπότε και συνήθως είναι απαραίτητη η χορήγηση αντιβιοτικών). Βοηθητικές σε αυτήν την περίπτωση είναι επίσης οι μαλάξεις και οι χλιαρές κομπρέσες στο στήθος.  

«Το μωρό δεν μπορεί να πιάσει το στήθος»
Η δυσκολία του βρέφους να πιάσει το στήθος μπορεί να είναι ανατομική (π.χ. το μωρό έχει βραχύ χαλινό), οπότε θα πρέπει να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί κατάλληλα ή ενδεχομένως να οφείλεται στη μορφολογία της θηλής (π.χ. επίπεδη ή εισέχουσα θηλή), οπότε οι ειδικοί συνήθως προτείνουν ειδικές θέσεις θηλασμού και τεχνικές τοποθέτησης του μωρού στο στήθος ανάλογα με το πρόβλημα, ενίοτε συστήνουν τη χρήση θήλαστρου και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις προτείνουν τη χρήση βοηθημάτων θηλασμού (τεχνητές θηλές). Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι το τάισμα με μπιμπερό (αν χρησιμοποιούμε θήλαστρο) μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο μωρό και να δυσκολεύεται να πιάσει τη θηλή (γι’ αυτό συστήνονται εναλλακτικοί τρόποι, όπως ειδικό κουταλάκι ή σύριγγα). Για τον ίδιο λόγο καλό είναι να μην χρησιμοποιούνται πιπίλες πριν τις 40 ημέρες (οπότε και θεωρείται ότι εδραιώνεται ο θηλασμός).

«Είμαι άρρωστη»
Ούτε αυτός ο λόγος είναι αρκετός για να μας κάνει να παραιτηθούμε από τον θηλασμό. Όταν μια μητέρα που θηλάζει έρχεται σε επαφή με κάποια ασθένεια, ο οργανισμός της αρχίζει να παράγει συγκεκριμένα αντισώματα για να προστατεύσει το μωρό της. Όταν πλέον παρουσιάσει συμπτώματα της ασθένειας, το μωρό έχει ήδη εκτεθεί σε αυτήν και επομένως ο θηλασμός το βοηθάει να αμυνθεί ενάντια στη νόσο. Ακόμα, όμως, κι αν αρρωστήσει το μωρό, σχεδόν πάντα περνάει την αρρώστια πιο ελαφριά, λόγω των αντισωμάτων και των άλλων ανοσοποιητικών στοιχείων που προσλαμβάνει από το γάλα. Στην περίπτωση που η μητέρα χρειαστεί να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πλειονότητα των φαρμάκων είναι συμβατά με τον θηλασμό. Αυτό που πρέπει ωστόσο να προσέχουμε είναι να πλένουμε συχνά τα χέρια μας και να αποφεύγουμε την κοντινή επαφή (πρόσωπο με πρόσωπο) με το μωρό, ώστε να περιορίσουμε τις πιθανότητες μετάδοσης της ασθένειας. Ο θηλασμός δεν επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικά μεταδοτικές ασθένειες (π.χ. ενεργή φυματίωση).

«Το μωρό μου μπήκε σε θερμοκοιτίδα»
Στην περίπτωση που το μωρό χρειάζεται να μπει μετά τη γέννησή του σε θερμοκοιτίδα (π.χ. γιατί είναι πρόωρο), μπορούμε να αποτρέψουμε τη διακοπή παραγωγής γάλακτος  που θα συμβεί αν δεν υπάρχει το ερέθισμα στο μαστό. Σε αυτό μπορεί να μας βοηθήσει το θήλαστρο, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί ένα κατάλληλο ερέθισμα για το μαστό και άρα για τον εγκέφαλο (αντίστοιχο με το πιπίλισμα του μωρού). Το σημαντικό, όμως, είναι να ρωτήσουμε τους ειδικούς, προκειμένου να προμηθευτούμε το κατάλληλο θήλαστρο για την περίπτωσή μας (μπορούμε να αγοράσουμε ή να νοικιάσουμε επαγγελματικό) και να το χρησιμοποιούμε κατάλληλα, ώστε να έχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Πρέπει πάντως να γνωρίζουμε ότι το κατά πόσο θα επηρεαστεί ο θηλασμός εξαρτάται από παράγοντες, όπως η ηλικία και η κατάσταση του μωρού, αλλά και η υγεία της μητέρας. Ορισμένα μωρά, που είναι μόνο λίγες εβδομάδες πρόωρα, μπορούν να θηλάσουν σύντομα μετά τη γέννα σχετικά εύκολα. Σε άλλες περιπτώσεις, η  μητέρα ίσως χρειαστεί να αντλεί γάλα, μέχρι να είναι σε θέση το μωρό να θηλάζει. Σε κάθε περίπτωση, ο θηλασμός των προώρων είναι αναντικατάστατος, επειδή το γάλα της μητέρας ενός προώρου μωρού περιέχει μεγαλύτερες  ποσότητες πρωτεΐνης, νατρίου, φωσφόρου, χλωρίου και άλλων θρεπτικών συστατικών, καθώς και ανοσοποιητικών στοιχείων, συγκριτικά με το γάλα μιας μητέρας ενός τελειόμηνου μωρού, ιδιαίτερα μάλιστα τον πρώτο μήνα.   

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία την κ. Κατερίνα Μιχαηλίδου, Πιστοποιημένη Συμβούλο Γαλουχίας IBCLC (Ιnternational Board Certified Lactation Consultant).

 Πηγές: *American Academy of Pediatrics, Section on Breastfeeding. Breastfeeding and the use of human milk. Pediatrics, 2005 (Επίσημο περιοδικό Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιάτρων)

*Atkinson SA, Human milk feeding of the micro-preemie. Clin Perinatol, 2000

*Bier JB, Ferguson A, Anderson L, et al., Breastfeeding of very low
birth-weight infants. The Journal of pediatrics, 1993