Ας σκεφτούμε την τελευταία φορά που μας ζήτησαν να κρατήσουμε ένα μυστικό, την τελευταία φορά που η ξαδέρφη μας μάς είπε ότι θέλει να έρθει να μείνει σπίτι μας και να τη φιλοξενήσουμε για 10 ημέρες, την τελευταία φορά που το παιδί μας έπεσε στο πάτωμα και χτυπιόταν επειδή ήθελε να του αγοράσουμε κάτι, την τελευταία φορά που η έφηβη κόρη μας μάς ζήτησε να την «πετάξουμε» κάπου με το αυτοκίνητο την ώρα που παρακολουθούσαμε στην τηλεόραση την αγαπημένη μας σειρά, την τελευταία φορά που το αφεντικό μας μάς είπε να μείνουμε παραπάνω στη δουλειά, την τελευταία φορά που ο 10χρονος γιος μας αρνιόταν να σταματήσει να παίζει το βιντεοπαιχνίδι και αδιαφορούσε για ό,τι κι αν λέγαμε για να τον πείσουμε… και ο κατάλογος συνεχίζεται μακρύς. Τι κοινό έχουν όμως όλες οι παραπάνω καταστάσεις; Απαιτούν να βάλουμε όρια. Στον εαυτό μας, στους συγγενείς, στα παιδιά, στους φίλους, στον σύντροφο, στους συναδέλφους… Αφού είναι κάτι που χρειάζεται να κάνουμε τόσο συχνά γιατί δυσκολευόμαστε τόσο ώστε να το καταφέρουμε;

Γιατί δυσκολευόμαστε να βάλουμε όρια;
Στην ερώτηση αυτή υπάρχουν διάφορες απαντήσεις και κατά περίπτωση μπορεί να ισχύει μία ή και περισσότερες ταυτόχρονα. Σε κάθε περίπτωση το αν θα μπορούμε να βάλουμε όρια ή όχι έχει να κάνει με στοιχεία της προσωπικότητάς μας, με το φύλο μας, με την ηλικία μας, με τον τρόπο που μας έχουν μεγαλώσει, με τους ρόλους που υπηρετούμε (π.χ. γονιός, παιδί κ.λπ.), με την κουλτούρα μας, αλλά και με την κοινωνία στην οποία ζούμε. Ετσι, μπορεί να:
* Εχουμε μάθει ότι πρέπει να είμαστε πάντα καλοί, ευγενικοί, πρόθυμοι και εξυπηρετικοί.
* Αρνηθούμε ή να δυσανασχετήσουμε σε κάτι αρχικά αλλά όταν ο άλλος επιμείνει να υπαναχωρήσουμε επειδή δεν έχουμε συνηθίσει να είμαστε διεκδικητικοί.
* Θέλουμε να εξυπηρετούμε τους άλλους.
* Δυσκολευόμαστε να συνειδητοποιήσουμε και να δεχθούμε ότι τα παιδιά μας μεγάλωσαν και δεν πρέπει να τους λύνουμε όλα τα προβλήματα.
* Συντηρούμε σχέσεις στις οποίες δεν είμαστε χαρούμενοι ή δεμένοι.
* Μη νιώθουμε ότι δικαιούμαστε να διεκδικήσουμε.
* Θέλουμε να είμαστε αγαπητοί σε όλους.
* Μη θέλουμε να φανούμε θυμωμένοι, απρόθυμοι, τεμπέληδες, σκληροί, αγενείς.
* Εχουμε μάθει να ελπίζουμε αντί να δρούμε.
* Συνηθίζουμε να λέμε ναι ενώ θέλουμε να πούμε όχι.
* Πιστεύουμε ότι οι γυναίκες – αν είμαστε γυναίκες – πρέπει να εξυπηρετούν τους άλλους.
* Πιστεύουμε ότι οι γονείς – αν είμαστε γονείς – είναι υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν πάντα τα παιδιά τους.
* Εχουμε μάθει ότι χρειάζεται πάντα να δείχνουμε σεβασμό στους μεγαλύτερους.
* Μη μας έχουν μάθει οι γονείς μας πώς να βάζουμε όρια στον εαυτό μας ή στους άλλους.

Βάζοντας όρια φροντίζουμε τον εαυτό μας
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το να μάθουμε να βάζουμε όρια είναι ένας τρόπος να προστατευτούμε και να θωρακιστούμε απέναντι σε εξωγενή προβλήματα. Μπορεί να μας φαίνεται κατ’ αρχάς περίεργο αλλά ουσιαστικά καλούμαστε να βάλουμε πρώτα όρια στον εαυτό μας, προσπαθώντας να κατανοήσουμε ως πού φτάνουν τα όριά μας, ως πού μπορούμε να δεχθούμε ή να κάνουμε κάτι, σε οτιδήποτε κι αν συμβαίνει, σε όλους τους τομείς. Πώς θα βάλουμε τα όρια στον εαυτό μας; Θα πρέπει να γνωρίσουμε καλά τον εαυτό μας και να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες μας. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται εκπαίδευση. Στη συνέχεια θα πρέπει να μάθουμε να διεκδικούμε αυτά που θέλουμε και αυτά που δεν θέλουμε. Να περιφρουρήσουμε τις επιθυμίες, τις ανάγκες μας και τα όριά μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να γίνουμε εγωκεντρικοί και ατομιστές αλλά πρέπει να προστατεύσουμε τον εαυτό μας ώστε να μην πιεζόμαστε. Πώς; Αν προσπαθήσουμε να επικοινωνούμε, να συνεργαζόμαστε, να κρίνουμε, να αναλύουμε, να επιχειρηματολογούμε και να διατηρούμε τον δικό μας ζωτικό χώρο χωρίς βέβαια να δημιουργούμε πρόβλημα στους άλλους.

Το σύνδρομο του σούπερ ήρωα
Πρόκειται για την αντίληψη που έχουμε συχνά, για παράδειγμα ως μητέρες, ότι θα πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι να δράσουμε, να πράξουμε και να επιλύσουμε καταστάσεις και προβλήματα. Ομως δεν είναι έτσι. Δεν είμαστε σούπερ ήρωες και αυτό είναι κάτι που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε αφήνοντας τον καθένα – ακόμα και αν πρόκειται για τον σύντροφό μας, το παιδί μας, τον κολλητό μας φίλο – να αναλάβει τις δικές του ευθύνες και να κάνει τα δικά του λάθη χωρίς να επεμβαίνουμε για να δώσουμε λύσεις. Μπορούμε να βοηθήσουμε τους άλλους αλλά όχι να αναλάβουμε τα προβλήματά τους. Πρέπει να πάρουμε απόφαση ότι μερικές φορές κάποια πράγματα δεν γίνονται και είναι εκτός του ελέγχου μας.
Πώς θα βάλουμε όρια στα παιδιά μας;
Οι γονείς πρέπει να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να γνωρίζουν τα όριά τους και να μπορούν έτσι να βάζουν όρια και στους γύρω τους. Πώς; Βάζοντας όρια στα παιδιά. Αλλωστε τα παιδιά χρειάζονται όρια και για λόγους πρακτικούς. Δεν μπορεί ένα παιδί για παράδειγμα να κοιμάται στις 2 το πρωί. Σε μία οικογένεια χρειάζονται κανόνες, τους οποίους πρέπει να συζητούμε και να εξηγούμε στα παιδιά. Εδώ βέβαια θα πρέπει να προσέξουμε να μην το παρακάνουμε με τους κανόνες αλλά να είμαστε ευέλικτοι και να μη ζούμε με στρατιωτικό νόμο. Χρειάζεται λοιπόν να διατηρούμε έναν βαθμό αυθορμητισμού και χαλαρότητας, να σπάμε τα όρια και τους κανόνες μερικές φορές ώστε να μην πιέζουμε πολύ ούτε τα παιδιά ούτε τους εαυτούς μας.

Το να βάζουμε όρια έχει και επιπτώσεις
Ομως ας μην ξεχνάμε ότι και το να μη βάζουμε όρια μπορεί να έχει επιπτώσεις στη ζωή μας. Η λύση για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις και προβλήματα είναι να εκφραζόμαστε, να ξεκαθαρίζουμε και να συζητούμε τα όσα νιώθουμε, σκεφτόμαστε και θέλουμε ώστε να βρίσκεται μία μέση οδός και μία χρυσή τομή. Σημαντικός είναι βέβαια ο τρόπος που θα πούμε κάτι για να βάλουμε όρια. Χρειάζεται να βρούμε τα σωστά λόγια και τη σωστή στιγμή και να μιλήσουμε χωρίς ένταση και χωρίς απειλητικό τόνο. Αν νιώθουμε ότι δεν είμαστε σίγουροι ή έτοιμοι για μία απάντηση μπορούμε να πάρουμε τον χρόνο μας μέχρι να δώσουμε μία τελική απάντηση.

 

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τη δρα Ναταλία Κουτρούλη, MSc, ψυχολόγο υγείας, με εκπαίδευση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική, διευθύντρια στο Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής.

Δείτε επίσης: