Σε τεστ μοριακού ελέγχου θα πρέπει να υποβάλλονται οι ταξιδιώτες που προέρχονται από χώρες με χαμηλή νοσηρότητα από κοροναϊό για ασφαλέστερο αποτέλεσμα έναντι των rapid ή self-test.

«Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) στις νεότερες οδηγίες του, έδωσε το «πράσινο φως» για τη διενέργεια των γρήγορων τεστ υπό προϋποθέσεις. Όταν οι πολίτες που ταξιδεύουν προέρχονται από χώρες με χαμηλό επιπολασμό της νοσηρότητας, πρέπει να είμαστε πολύ κριτικοί αναφορικά με την ερμηνεία του αποτελέσματος. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή συστήνεται η χρήση της μοριακής μεθόδου PCR για πιο αξιόπιστα αποτελέσματα».

Αυτό τόνισε η αναπληρώτρια καθηγήτρια Μικροβιολογίας του ΑΠΘ Γεωργία Γκιούλα, σε ομιλία της στο 7ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εφαρμοσμένης Φαρμακευτικής που διοργάνωσε διαδικτυακά στις 22 και 23 Μαΐου ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης.

Η κ. Γκιούλα, επεσήμανε την αναγκαιότητα χρήσης των rapid test και στους ταξιδιώτες, όμως τόνισε πως «Η συχνότητα των rapid tests έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την ευαισθησία τους. Εάν ένα τεστ με ευαισθησία της τάξεως του 80% γίνει από ένα ποσοστό 70% του πληθυσμού, μία φορά τη εβδομάδα, μειώνει τον δείκτη μεταδοτικότητας RΤ από το 1,5 στο 1».

Παράλληλα, τόνισε ότι τα πλεονεκτήματα των γρήγορων τεστ, είτε των rapid, είτε των self-test είναι ότι δίνουν αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα (15-20 λεπτά), έχουν χαμηλό κόστος και υψηλή ακρίβεια στα θετικά αποτελέσματα, έχουν όμως χαμηλότερη ευαισθησία έναντι των μοριακών τεστ. Επίσης, έχουν πολύ καλύτερη απόδοση στα αρχικά στάδια της νόσου, όπου έχουμε και υψηλότερο ιικό φορτίο.

«Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ένα γρήγορο τεστ είναι αξιόπιστο όταν έχουμε μια ευαισθησία πάνω από 80% και μια ειδικότητα άνω του 97%, ενώ το ECDC θέτει πιο αυστηρές προδιαγραφές με ευαισθησία πάνω από 90% και ειδικότητα πάνω από 97%.

Η αξιοπιστία αυτών των τεστ εξαρτάται από το πόσο συχνό είναι το νόσημα τη συγκεκριμένη περίοδο στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Έτσι όταν έχουμε υψηλό επιπολασμό (συχνότητα) του νοσήματος, ένα θετικό αποτέλεσμα είναι ένα πραγματικά θετικό αποτέλεσμα. Ενώ στην περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, θα χρειαστεί επιβεβαίωση από μοριακό τεστ, ειδικά αν υπάρχει και υποψία λοίμωξης. Αντιθέτως όταν έχουμε χαμηλό επιπολασμό του νοσήματος, έχουμε χαμηλή θετική προγνωστική αξία του τεστ. Δηλαδή ένα θετικό αποτέλεσμα του τεστ θα πρέπει να επιβεβαιωθεί, ενώ ένα αρνητικό αποτέλεσμα είναι πραγματικά αρνητικό», επισήμανε η κ. Γκιούλα.

Βρετανική μετάλλαξη στην Β. Ελλάδα

Η ίδια ανέφερε ότι στις μελέτες που πραγματοποιούνται στο Κέντρο Αναφοράς SARS-CoV2 της Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ για την ανίχνευση των μεταλλάξεων του ιού, σχεδόν στο 100% των στελεχών που ερευνώνται, τόσο στην Θεσσαλονίκη όσο και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, κυριαρχεί η βρετανική μετάλλαξη.

Όσον αφορά στη διάγνωση των μεταλλάξεων, τα διαγνωστικά πρωτόκολλα προσαρμόζονται και έχουν τη δυνατότητα να ανιχνεύουν τα μεταλλαγμένα στελέχη. «Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο ποια στελέχη θα ελέγχουμε. Πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας, μεταξύ άλλων, σε επαναλοιμώξεις, σε εμβολιασμένους που μολύνονται εκ νέου και σε ανεξήγητες επιδημίες σε κάποιες περιοχές. Σύμφωνα με το ECDC, ένας ιδανικός αριθμός δειγμάτων για να μπορέσει μια χώρα να έχει καλή επιτήρηση και καλή γνώση των στελεχών του SARS-CoV2 που κυκλοφορούν στην περιοχή της είναι περίπου 500 δείγματα ανά βδομάδα ανά χώρα», ανέφερε η κ. Γκιούλα.

Ακολουθήστε το στο Google News