«Ε, δεν ξέρω!» ή Εμ, δεν είμαι σίγουρος/η»… Αυτός ο ήχος στην αρχή της πρότασης που κάνουμε όταν σκεφτόμαστε είναι περιττός και, αν χρησιμοποιείται συχνά, μπορεί να επηρεάσει την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς. Έρευνες δείχνουν ότι όταν γρήγοροι ομιλητές γεμίζουν το λόγο τους με τέτοιους ήχους, η αντίληψη του κοινού για την ικανότητά τους στην ουσιαστική επικοινωνία και την πειστικότητά τους μειώνεται.

Η μέθοδος «σιωπηλή αφήγηση» που βελτιώνει την επικοινωνία

Θες να γίνεις πιο ξεκάθαρος, ακριβής και πειστικός ομιλητής; Φαντάσου ότι είσαι σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, αλλά ο ήχος έχει κλείσει. Είσαι ουσιαστικά στο mute. Για να τραβήξεις την προσοχή του κοινού, πρέπει να μιλήσεις με όλο σου το σώμα, χωρίς ήχο. Προσπάθησε να σχηματίζεις τις λέξεις όσο πιο καθαρά γίνεται με τα χείλη σου. Χρησιμοποίησε τις κινήσεις των χεριών σου με ελευθερία και άνεση. Δώσε εκφράσεις στο πρόσωπό σου.

Μπορείς να το σκεφτείς σαν lip syncing, να συγχρονίζεις τα χείλη σου με τις λέξεις που θέλεις να πεις. Όταν δίνεις τόση πρόθεση στο να σχηματίζεις κάθε λέξη, το μυαλό σου μαθαίνει να επιλέγει συγκεκριμένες και ακριβείς λέξεις. Το «Εμμ» ξαφνικά φαίνεται γελοίο και περιττό.

Κάνε αυτή την άσκηση λίγα λεπτά κάθε μέρα για περίπου τρεις μήνες και θα δεις σημαντική βελτίωση στην ακρίβεια και την αποφασιστικότητα του λόγου σου.

Μάτια, μύτη ή στόμα; Πού κοιτάμε τον ομιλητή

Σε έρευνα που χρησιμοποιήθηκε τεχνολογία παρακολούθησης των ματιών, κατά τη διάρκεια μίας συζήτησης, διαπιστώθηκε ότι όταν κοιτάζουμε τον συνομιλητή μας, τα μάτια του είναι αυτά που παίρνουν τη μεγαλύτερη προσοχή μας, ακολουθούμενα από τη μύτη και, στη συνέχεια, το στόμα.

Ο χρόνος εστίασης είναι υψηλότερος για την περιοχή των ματιών, κάτι που άλλοι ερευνητές έχουν καταρρίψει, αναφέροντας ότι αυτό στο οποίο επικεντρωνόμαστε είναι το στόμα του ομιλητή, μιας και έτσι εξάγουμε οπτικές πληροφορίες, που την ίδια στιγμή λαμβάνουμε και ακουστικά.

Άλλοι επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι κοιτάμε τη γέφυρα της μύτης, δηλαδή την περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια και στο στόμα. Έτσι μπορούμε να κάνουμε λίγη επαφή με τα μάτια κοιτώντας προς τα πάνω, ενώ παράλληλα εξάγουμε πληροφορίες από το στόμα, κοιτώντας πού και πού πιο χαμηλά.

Ενώ τα μάτια παίρνουν τη μεγαλύτερη προσοχή, όταν κοιτάζουμε τον συνομιλητή μας, στην αρχή μιας κουβέντας, η προσοχή μετακινείται προς το στόμα όταν ο συνομιλητής μας αρχίσει να μιλάει περισσότερο και να εμβαθύνει σε ένα θέμα.

Τα μάτια φαίνεται να είναι συσχετισμένα περισσότερο με τις πρώτες εντυπώσεις και με την κοινωνική μας επαφή με τους ανθρώπους, ενώ η στοματική μας κοιλότητα από τη φύση της ως εργαλείο για την εκφορά της γλώσσας, σαφώς και συσχετίζεται πιο πολύ με την επικοινωνία αυτή καθ’ αυτή.

Οπότε, συνήθως αφού ο συνομιλητής μας τελειώνει αυτά που έχει να μας πει, φαίνεται ότι η προσοχή μας επιστρέφει στα μάτια του.