Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη στηρίζεται όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο για την έρευνα: ανοιχτές βάσεις δεδομένων, on-line περιοδικά, πλατφόρμες αξιολόγησης και κοινωνικά δίκτυα. Η ψηφιακή επανάσταση έχει πολλαπλασιάσει τις δυνατότητες συνεργασίας και διάδοσης της γνώσης. Ωστόσο, έχει ανοίξει και την πόρτα σε ένα νέο «εχθρό», τα λεγόμενα «bots».
Τι είναι
Τα bots (ή ρομπότ) είναι προγράμματα υπολογιστή που εκτελούν αυτοματοποιημένες και προγραμματισμένες εργασίες στο διαδίκτυο, συνήθως με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Χρησιμοποιούνται για διάφορους σκοπούς, όπως η συλλογή δεδομένων (web crawlers), η επεξεργασία πληροφοριών, η αυτόματη επικοινωνία (chatbots) ή ακόμα και για κακόβουλες ενέργειες. Όταν δεν χρησιμοποιούνται για καλούς σκοπούς, μπορούν να υπονομεύσουν την αξιοπιστία των δεδομένων και την εμπιστοσύνη στο επιστημονικό έργο και να μπλέξουν την έρευνα με λανθασμένα ή παραπλανητικά αποτελέσματα. Μάλιστα, τα bots γίνονται όλο και πιο «έξυπνα». Χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, παραποιούν τις χρονικές σφραγίδες, μιμούνται ανθρώπινη ανορθογραφία και δίνουν ανοιχτές απαντήσεις ώστε να αποφύγουν τον εντοπισμό.
Όταν τα bots «παρεμβαίνουν» στην έρευνα
Ένα από τα πρώτα προβλήματα που έχουν εντοπιστεί είναι η παραπληροφόρηση. Τα bots μπορούν να δημιουργούν ή να αναπαράγουν ψευδή ή παραπλανητικά επιστημονικά δεδομένα, σε μορφή είτε άρθρων είτε σχολίων και κριτικών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διογκώνονται «ψευδοεπιστημονικές» τάσεις και θεωρίες, να προκαλείται σύγχυση και να δυσκολεύεται η κοινή γνώμη αλλά και οι ίδιοι οι ερευνητές να ξεχωρίσουν την έγκυρη πληροφορία από την ανακριβή.
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά την επιρροή στα metrics. Οι αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί μπορούν να «φουσκώνουν» τεχνητά τον αριθμό των αναφορών, των λήψεων ή των κοινοποιήσεων επιστημονικών άρθρων. Έτσι, μελέτες χαμηλής ποιότητας εμφανίζονται ξαφνικά ως δημοφιλείς ή επιδραστικές αποκτώντας κύρος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική επιστημονική αξία τους.
Παράλληλα, τα bots έχουν διεισδύσει και στα κοινωνικά δίκτυα που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για ανταλλαγή ιδεών. Όταν συγκεκριμένα ευρήματα, άρθρα ή απόψεις αναπαράγονται μαζικά από ανώνυμους ή ψεύτικους λογαριασμούς, δίνεται η ψευδαίσθηση μιας ευρείας συναίνεσης ή μιας «μόδας». Έτσι, μπορεί να στρεβλωθεί το επιστημονικό ενδιαφέρον ή να αυξηθεί η πίεση σε ερευνητές να ακολουθήσουν κατευθύνσεις που δεν είναι πραγματικά δημοφιλείς.
Υπάρχουν και πιο «τεχνικές» απειλές: bots που υποβάλλουν μαζικά ψευδείς κριτικές σε συστήματα peer review, bots που καταθέτουν ψευδή δεδομένα σε δημόσιες βάσεις ή που χρησιμοποιούνται για να επιτεθούν σε επιστήμονες με αρνητικά σχόλια και spams, αποθαρρύνοντάς τους από το να κοινοποιούν την έρευνά τους.
Το κοινό στοιχείο όλων αυτών είναι ότι πλήττουν την αξιοπιστία. Η επιστήμη βασίζεται στη διαφάνεια, την επαληθευσιμότητα και την κριτική αξιολόγηση. Όταν αυτοματοποιημένα προγράμματα παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς διάδοσης, μπορούν να διαβρώσουν σταδιακά την εμπιστοσύνη, να στρεβλώσουν την εικόνα της επιστημονικής κοινότητας και να καθυστερήσουν την πρόοδο.
Οι επιπτώσεις δεν είναι απλώς θεωρητικές, έχουν πραγματικές συνέπειες. Σε τομείς όπως η ιατρική, η επιδημιολογία και η περιβαλλοντική πολιτική, η παραπληροφόρηση που «μεταμφιέζεται» ως επιστήμη μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένους χειρισμούς, πολιτικές με μη ορθή βάση και κινδύνους για ανθρώπους.
Η πρόκληση των bots δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και πολιτισμική: μας καλεί να ξανασκεφθούμε πώς παράγεται, κοινοποιείται και αξιολογείται η γνώση στην ψηφιακή εποχή. Αντί να βλέπουμε την επιστήμη ως ένα κλειστό εργαστήριο, χρειάζεται να την αντιμετωπίζουμε ως ένα οικοσύστημα που αλληλεπιδρά με πλατφόρμες, κοινότητες και αλγορίθμους. Ίσως αυτή η κρίση να αποδειχθεί και ευκαιρία για να σχεδιαστούν ισχυρά εργαλεία που θα προστατεύουν τόσο την ακεραιότητα της επιστημονικής διαδικασίας όσο και την εμπιστοσύνη του κοινού.