Όταν δυο άνθρωποι παύουν να είναι ερωτευμένοι, συχνά υποθέτουμε ότι αυτό οφείλεται σε ένα και μοναδικό, καθοριστικό λάθος. Ωστόσο, αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, προκύπτει ένα κοινό μοτίβο, λένε οι ειδικοί. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται για τη μακροχρόνια συσσώρευση μικρών, ανείπωτων πληγών μέσα στις σχέσεις. Μια αναγνώριση που ξεχάστηκε εδώ, μια προσπάθεια που δεν ανταποδόθηκε εκεί και βέβαια, σιωπηλές παραδοχές που με τον καιρό παγιώνονται και μετατρέπονται σε πικρία.

Η πικρία δεν είναι ακριβώς θυμός. Ο θυμός είναι έντονος και εύκολα αναγνωρίσιμος ενώ η πικρία μεγαλώνει ήσυχα με την πάροδο του χρόνου και στις περισσότερες περιπτώσεις, κανένας από τους δύο συντρόφους δεν αντιλαμβάνεται εγκαίρως το άνισο πεδίο στο οποίο μπορεί να μετατραπεί η σχέση.

Ακολουθούν τέσσερις «πληγές» που τα ζευγάρια τείνουν να κουβαλούν σιωπηλά μέσα τους.

  1. Ανισορροπία στο συναισθηματικό φορτίο

Το να διαχειρίζεται κανείς μόνος του τις καθημερινές υποχρεώσεις — όπως το να θυμάται σημαντικές ημερομηνίες, να οργανώνει την καθημερινότητα, να παρακολουθεί τη διάθεση και τις ανάγκες του άλλου, να κλείνει ραντεβού ή να «διαισθάνεται» πότε η σχέση χρειάζεται φροντίδα — μπορεί να εξαντλήσει ακόμα και τους πιο ανθεκτικούς ανθρώπους.

Η άνιση κατανομή του συναισθηματικού φορτίου αποτελεί μία από τις πιο συχνές και παρεξηγημένες πηγές έντασης και πικρίας στις μακροχρόνιες σχέσεις. Μια συστηματική ανασκόπηση 31 μελετών που δημοσιεύθηκε στο Sex Roles, έδειξε ότι οι «αόρατες» ευθύνες της σχέσης — ο προγραμματισμός, η παρακολούθηση και η συναισθηματική διαχείριση της οικογενειακής ζωής — πέφτουν δυσανάλογα στις γυναίκες στα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Και επειδή αυτή η εργασία εκτελείται κυρίως μέσα στο σπίτι και συχνά με τρόπους που δεν φαίνονται, περνά συνήθως απαρατήρητη από τον σύντροφο που δεν την αναλαμβάνει.

Η μελέτη αποκάλυψε επίσης ότι όσοι κουβαλούν μεγαλύτερο «νοητικό βάρος» βιώνουν περισσότερο στρες και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση τους. Φυσικά, οι ίδιες οι υποχρεώσεις μπορεί να είναι από μόνες τους υπερβολικές για ένα άτομο. Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον φορτίο: η άρρητη προσδοκία ότι ο ένας σύντροφος (συνήθως η γυναίκα) θα διατηρεί τη συναισθηματική ευημερία της σχέσης, ενώ ο άλλος απλώς επωφελείται από αυτήν.

Η πικρία, λοιπόν, δεν προκύπτει απλώς από το ότι κάνει κανείς πάρα πολλά. Προκύπτει από το ότι είναι ο/η μόνος/η που θυμάται πως αυτή η δουλειά υπάρχει, ακόμη κι αν δεν είναι πάντα ορατή· γιατί αν δεν τη θυμόταν εκείνος/η, δεν θα γινόταν τίποτα. Με τον καιρό, η φροντίδα που κάποτε έμοιαζε αυτονόητη αρχίζει να βιώνεται σαν μια ευθύνη στην οποία το ένα άτομο δεσμεύτηκε χωρίς να το καταλάβει.

  1. Άνιση προσαρμογή

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν τη διάρκεια ενός ρομαντικού δεσμού είναι η ευελιξία — δηλαδή η προθυμία των συντρόφων να κάνουν παραχωρήσεις ή συμβιβασμούς για χάρη της σχέσης. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο ένας σύντροφος γίνεται συστηματικά εκείνος που προσαρμόζεται. Τότε, η ευελιξία παίρνει ασύμμετρο χαρακτήρα.

Ενέργειες όπως το να προσαρμόζεται κανείς στο πρόγραμμα του άλλου, να μετακομίζει για την καριέρα του ή να αναλαμβάνει τις οικογενειακές του υποχρεώσεις μπορεί μεμονωμένα να φαίνονται ακίνδυνες — ή ακόμα και αξιέπαινες. Συλλογικά όμως ενδέχεται να βλάπτουν.

Η Θεωρία Κοινωνικής Ανταλλαγής (Social Exchange Theory – SET) εξηγεί γιατί μια τέτοια δυναμική μπορεί να γεννήσει πικρία. Μια συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology αναφέρει ότι οι σχέσεις δεν βασίζονται μόνο σε απτές, πρακτικές ανταλλαγές, αλλά και σε ψυχολογικές συναλλαγές. Σε αυτές περιλαμβάνονται το αίσθημα δικαιοσύνης, η αμοιβαιότητα, η συναισθηματική ισορροπία και άλλα παρόμοια στοιχεία. Όταν ο ένας σύντροφος θυσιάζεται επανειλημμένα ενώ ο άλλος σπάνια προσαρμόζεται, εκείνος που κάνει τις παραχωρήσεις βιώνει ένα «κενό αμοιβαιότητας», ακόμη κι αν ο πιο απαιτητικός σύντροφος δεν είχε ποτέ την πρόθεση να το δημιουργήσει.

Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι μη ανταποδοτικές και μη αναγνωρισμένες πράξεις καλοσύνης μπορούν να διαβρώσουν την αυτονομία, την ταυτότητα και την αυτοεκτίμηση του συντρόφου που προσαρμόζεται.

Αυτό που ουσιαστικά αναδεικνύει η έρευνα είναι ότι οι άνθρωποι, ενστικτωδώς και ασυνείδητα, παρακολουθούν τη δικαιοσύνη στις κοινωνικές ανταλλαγές. Από τη στιγμή που η ισορροπία αρχίζει να διαταράσσεται στις σχέσεις, η ικανοποίηση μειώνεται. Πιο συγκεκριμένα, η πικρία εδώ δεν αφορά μόνο τις ίδιες τις θυσίες, αλλά το συναισθηματικό νόημα που αποκτούν όταν δεν αναγνωρίζονται ή δεν ανταποδίδονται.

  1. Σχέσεις: Ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα ανάπτυξης

Η πικρία συχνά εμφανίζεται όταν ο ένας σύντροφος αρχίζει να εξελίσσεται — μέσω ψυχοθεραπείας ή συνειδητής προσωπικής ανάπτυξης — ενώ ο άλλος παραμένει στάσιμος. Η εξέλιξη είναι υγιής, όμως όταν είναι μονόπλευρη, μπορεί να δημιουργήσει μια αναπτυξιακή ασυμφωνία, ακόμη και στις πιο αγαπημένες σχέσεις.

Ο σύντροφος που εξελίσσεται μπορεί να αρχίσει να αναγνωρίζει πιο καθαρά ανθυγιεινά μοτίβα, να ρυθμίζει αποτελεσματικότερα τα συναισθήματά του και, κατά πάσα πιθανότητα, να εκφράζει τις ανάγκες του με μεγαλύτερη σαφήνεια και βάθος. Την ίδια στιγμή, ο άλλος σύντροφος μπορεί να παραμένει παγιδευμένος σε παλιές συνήθειες.

Σε μια οκταετή μελέτη σχεδόν 4.000 ζευγαριών, οι σύντροφοι που άλλαζαν με παρόμοιο τρόπο — ιδίως ως προς την ανοιχτότητα, τη συνεργατικότητα και τον νευρωτισμό — ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα αντιλαμβανόμενης υποστήριξης από τον/τη σύντροφό τους. Όταν όμως οι αναπτυξιακές τους πορείες αποκλίνανε, η συναισθηματική υποστήριξη αποδυναμωνόταν. Αυτό που προέβλεπε το αίσθημα ευκολίας στη σχέση δεν ήταν απλώς η ομοιότητα, αλλά ο συγχρονισμός.

Όταν ο ένας σύντροφος ωριμάζει συναισθηματικά ενώ ο άλλος παραμένει στάσιμος, ο πρώτος συχνά νιώθει επιβαρυμένος από την ευθύνη να λειτουργεί ως «σωσίβιο» για να κρατήσει τον άλλον στην επιφάνεια. Αντίθετα, ο δεύτερος μπορεί να νιώθει ανεπαρκής ή παραγκωνισμένος. Η ένταση δεν αφορά το ποιος είναι «καλύτερος» ή «πιο εξελιγμένος», αλλά το αυξανόμενο χάσμα στον τρόπο με τον οποίο οι δύο σύντροφοι κατανοούν, εκφράζουν και διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους.

  1. Το αίσθημα ότι δεν σε καταλαβαίνουν

Η «συναισθηματική ασυμφωνία» εμφανίζεται όταν ο ένας σύντροφος περνά μια δυσκολία — μικρή ή μεγάλη — και ο άλλος συνεχίζει να του φέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Ενδιαφέρον είναι ότι η λύση δεν είναι τόσο απλή όσο το «να δείξει περισσότερη υποστήριξη».

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Personality and Social Psychology διαπίστωσε ότι η εμφανής υποστήριξη ενισχύει την ευεξία στην καθημερινότητα. Ωστόσο, σε περιόδους έντονου στρες, η ίδια αυτή υποστήριξη μπορεί να μειώσει την προσωπική ευεξία. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να κάνει τον σύντροφο που πιέζεται να νιώθει ότι παρακολουθείται ή ότι δεν ανταποκρίνεται επαρκώς. Σε τέτοιες στιγμές, η σιωπηλή και μη πιεστική στήριξη αποδεικνύεται πιο προστατευτική. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι όταν η υποστήριξη δεν ταιριάζει με την εσωτερική κατάσταση του άλλου, μπορεί να βιωθεί ως ακύρωση αντί για παρηγοριά.

Μια τέτοια ασυμφωνία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργήσει απογοήτευση και στους δύο συντρόφους, οδηγώντας στο αίσθημα ότι κανείς δεν βλέπει πραγματικά τον άλλον. Για παράδειγμα, ένας σύντροφος που νιώθει υπερφορτωμένος μπορεί με τον καιρό να εξαντληθεί. Η εξάντλησή του, όμως, ενδέχεται να παρερμηνευτεί από τον άλλον ως αδιαφορία ή απομάκρυνση. Έτσι, αντί να βοηθήσει να μειωθεί η πίεση, μπορεί να προσπαθήσει να τον «βγάλει από την μιζέρια του». Το αποτέλεσμα είναι η πικρία να συνεχίζει να μεγαλώνει στο κενό ανάμεσα σε αυτό που ο ένας σύντροφος πραγματικά νιώθει και σε αυτό που ο άλλος νομίζει ότι νιώθει.