Εδώ και δεκαετίες, οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει ένα παράδοξο: είναι σχετικά σπάνιο το ίδιο άτομο να διαγνωστεί τόσο με καρκίνο όσο και με νόσο Αλτσχάιμερ. Το φαινόμενο έχει κινήσει το ενδιαφέρον της έρευνας, καθώς ίσως αποκαλύπτει άγνωστους βιολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τη νευροεκφύλιση.
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι σε αυτό το σύνθετο παζλ, εστιάζοντας σε μόρια που παράγονται από ορισμένα καρκινικά κύτταρα και φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος διαχειρίζεται τις τοξικές πρωτεΐνες.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο στη νόσο Αλτσχάιμερ
Η νόσος Αλτσχάιμερ χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση λανθασμένα αναδιπλωμένων πρωτεϊνών στον εγκέφαλο. Οι πλάκες β-αμυλοειδούς και συμπλέγματα της πρωτεΐνης ταυ παρεμβαίνουν στη φυσιολογική λειτουργία των νευρικών κυττάρων, οδηγώντας σταδιακά σε απώλεια μνήμης και γνωστικών λειτουργιών.
Η αδυναμία του εγκεφάλου να απομακρύνει αποτελεσματικά αυτά τα τοξικά συσσωματώματα θεωρείται βασικός μηχανισμός της νόσου.
Το μόριο που τράβηξε την προσοχή των ερευνητών
Ύστερα από πολυετή έρευνα, επιστήμονες εντόπισαν ότι ορισμένοι τύποι καρκινικών κυττάρων εκκρίνουν μια πρωτεΐνη, γνωστή ως κυστατίνη-C (Cyst-C). Η πρωτεΐνη αυτή φαίνεται να μπορεί να ταξιδεύει στο σώμα και να φτάνει στον εγκέφαλο, όπου συμβάλλει στη διάσπαση μικρών, τοξικών συσσωματωμάτων αμυλοειδούς.
Η Cyst-C προσδένεται σε αυτά τα συσσωματώματα και ενεργοποιεί τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος του εγκεφάλου, βοηθώντας τα να τα απομακρύνουν πριν εξελιχθούν σε εκτεταμένες πλάκες.
Όταν οι ερευνητές παρεμπόδισαν αυτή τη βιολογική οδό σε πειραματικά μοντέλα, το όφελος εξαφανίστηκε. Το εύρημα αυτό ενίσχυσε την υπόθεση ότι η συγκεκριμένη πρωτεΐνη και η αλληλεπίδρασή της με το ανοσοποιητικό του εγκεφάλου παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των παθολογικών πρωτεϊνών.
Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι:
-
τα ευρήματα προέρχονται από πειραματικά μοντέλα και όχι από ανθρώπινες κλινικές δοκιμές,
-
δεν σημαίνουν ότι ο καρκίνος είναι ωφέλιμος ή επιθυμητός,
-
ούτε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει «μέσο πρόληψης» της νόσου Αλτσχάιμερ.
Αντίθετα, ο στόχος της έρευνας είναι να απομονωθεί και να αξιοποιηθεί ο συγκεκριμένος μηχανισμός, χωρίς την παρουσία καρκίνου.
Παρότι τα ευρήματα είναι ακόμη προκαταρκτικά, ανοίγουν έναν σημαντικό δρόμο: την ανάπτυξη θεραπειών που θα μιμούνται τη δράση της Cyst-C ή θα ενισχύουν τους φυσικούς μηχανισμούς «καθαρισμού» του εγκεφάλου από τοξικές πρωτεΐνες.
Η έρευνα δεν αφορά τον καρκίνο ως λύση, αλλά τη μετατροπή μιας τυχαίας βιολογικής παρατήρησης σε ασφαλή, στοχευμένη θεραπευτική στρατηγική για νευροεκφυλιστικές νόσους.
Σε έναν τομέα όπου οι θεραπευτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες, ακόμη και ένα μικρό κομμάτι του παζλ μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο. Ωστόσο, οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν αυτή τη συσχέτιση με μεγάλη προσοχή και επιφυλακτικότητα.