Ο χρόνιος πόνος αποτελεί ένα από τα πιο πολύπλοκα ζητήματα υγείας, καθώς δεν περιορίζεται μόνο σε σωματικά αίτια, αλλά συνδέεται και με ψυχολογικούς παράγοντες.

Πρόσφατη μελέτη που εξέτασε 137 ενήλικες που ζουν με χρόνιο πόνο έδειξε ότι οι αυξήσεις στο αίσθημα ψυχικής κατάρρευσης ενός ατόμου οδηγούσαν σταθερά σε υψηλότερα επίπεδα πόνου. Ο όρος «ψυχική κατάρρευση» περιγράφει μια αίσθηση απώλειας της κοινωνικής ταυτότητας & τα «ψυχικά καταβεβλημένα», όπως χαρακτηρίστηκαν στην έρευνα, άτομα ,φάνηκε να βιώνουν τον πόνο πιο έντονα ενώ παράλληλα μειώθηκε περαιτέρω η ποιότητα της ζωής τους.

Πρακτικά, αυτό σήμαινε ότι τα άτομα ήταν πιο πιθανό να αποσύρονται από κοινωνικές καταστάσεις και να σταματούν τη σωματική δραστηριότητα, κάτι που με τη σειρά του επιδείνωνε τον χρόνιο πόνο.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι δημιουργείται ένας «φαύλος κύκλος»: το άτομο που αισθάνεται ψυχικά καταβεβλημένο αποκτά ακόμη πιο αρνητικές αντιλήψεις για τον εαυτό του, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω το αίσθημα της κατάρρευσης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι το αίσθημα αυτό δεν σχετιζόταν με τη σοβαρότητα του πόνου, αλλά αποτελούσε μια ξεχωριστή ψυχολογική διαδικασία.

Τα εν λόγω ευρήματα τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Pain προέκυψαν ύστερα από την καταγραφή των σκέψεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών των συμμετεχόντων τρεις φορές την ημέρα για δύο εβδομάδες.

Χρόνιος πόνος & ψυχική κατάσταση: Τι δήλωσαν οι ερευνητές

«Ο πόνος δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να φύγει — είναι η πραγματικότητα κάποιου», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Nicole Tang, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Warwick.

«Όμως ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον πόνο τους μπορεί να προσθέσει ένα επιπλέον επίπεδο δυσφορίας, στο οποίο εμείς οι ειδικοί, ίσως μπορούμε να παρέμβουμε με τις κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις.»

Οι ειδικοί αναφέρουν ότι τα ευρήματα θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για νέα θεραπευτικά πλάνα που θα ωφελήσουν εκατομμύρια ανθρώπους.

«Αναγνωρίζοντας πότε κορυφώνεται το αίσθημα της ψυχικής κατάρρευσης μέσα στην ημέρα, μελλοντικά ψηφιακά εργαλεία, όπως παρεμβάσεις μέσω smartphones, θα μπορούσαν να προσφέρουν έγκαιρη υποστήριξη, βοηθώντας τα άτομα να αναδιαμορφώσουν τις αρνητικές αντιλήψεις για τον εαυτό τους, να διατηρήσουν τη δραστηριότητά τους και να μειώσουν τη δυσφορία», δήλωσε ο ανώτερος ερευνητής Swaran Singh, καθηγητής κοινωνικής και κοινοτικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Warwick.

«Η κατάλληλη προσέγγιση τη σωστή στιγμή θα μπορούσε να προσφέρει πιο εξατομικευμένη υποστήριξη, παράλληλα με τις υπάρχουσες θεραπείες», επεσήμανε ο ίδιος.

Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τη σημασία της ψυχολογικής υποστήριξης, καθώς μικρές παρεμβάσεις στη σκέψη και στη συμπεριφορά μπορουν να κάνουν τη διαφορά στην καθημερινότητα των ασθενών.