Το ανθρώπινο έντερο αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά ένας κόσμος γεμάτος εκπλήξεις. Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Cambridge εντόπισαν μια σχετικά άγνωστη ομάδα βακτηρίων που εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συχνότητα σε υγιείς ανθρώπους σε διαφορετικές χώρες και ηπείρους.

Το μικρόβιο, γνωστό ως CAG‑170, καταγράφηκε σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα σε άτομα χωρίς χρόνια προβλήματα υγείας, σύμφωνα με μια μεγάλη διεθνή ανάλυση μικροβιωμάτων, που δημοσιεύθηκε στο Cell Host & Microbe.

Ένα μικρόβιο που γνωρίζουμε μόνο από το DNA του

Το CAG‑170 ξεχωρίζει για έναν ιδιαίτερα ασυνήθιστο λόγο… Οι επιστήμονες δεν το έχουν δει ποτέ, το γνωρίζουν αποκλειστικά μέσα από το γενετικό του αποτύπωμα, καθώς τα βακτήρια που το συγκροτούν δεν έχουν καλλιεργηθεί ποτέ σε εργαστηριακές συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι η συμπεριφορά τους, ο ρόλος τους στο μικροβίωμα και η πιθανή επίδρασή τους στην υγεία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητα.

Για να εντοπίσουν το μικρόβιο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προηγμένες υπολογιστικές μεθόδους, αναζητώντας τη γενετική του «υπογραφή» σε δείγματα μικροβιώματος από περισσότερους από 11.000 ανθρώπους σε 39 χώρες. Τα ευρήματα της μελέτης αποκάλυψαν ότι οι υγιείς συμμετέχοντες εμφάνιζαν σταθερά υψηλότερα επίπεδα του CAG‑170, σε σύγκριση με άτομα που ζούσαν με παθήσεις όπως φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, παχυσαρκία ή σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Πώς ωφελεί το έντερο;

Όταν οι ερευνητές εξέτασαν τα γονίδια που φέρει το CAG‑170, εντόπισαν ενδείξεις ότι τα συγκεκριμένα βακτήρια μπορούν να παράγουν μεγάλες ποσότητες βιταμίνης Β12. Διαθέτουν επίσης ένζυμα ικανά να διασπούν ποικιλία υδατανθράκων, σακχάρων και φυτικών ινών που συναντώνται στη διατροφή μας. Η ομάδα εκτιμά ότι η βιταμίνη Β12 που παράγει το CAG‑170 πιθανότατα ωφελεί άλλα μικρόβια του εντέρου, αντί να τροφοδοτεί άμεσα τον ανθρώπινο οργανισμό. Αυτό υποδηλώνει ότι το CAG‑170 μπορεί να συμβάλλει στη στήριξη του ευρύτερου οικοσυστήματος του εντέρου, «τροφοδοτώντας» τα ωφέλιμα βακτήρια.

Συνολικά, τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι το CAG‑170 θα μπορούσε στο μέλλον να αποτελέσει δείκτη υγείας του μικροβιώματος. Παράλληλα, ανοίγουν τον δρόμο για την ανάπτυξη προβιοτικών που θα στοχεύουν ειδικά στη διατήρηση υγιών επιπέδων αυτών των βακτηρίων.

Χαρτογραφώντας το «κρυμμένο» μικροβίωμα στο έντερο

Η νέα έρευνα βασίζεται σε προηγούμενη δουλειά των ερευνητών, οι οποίοι είχαν επιχειρήσει να δημιουργήσουν μια λεπτομερή «βάση δεδομένων» των γονιδιωμάτων των μικροβίων που ζουν στο ανθρώπινο έντερο. Αυτό το σύνολο δεδομένων, γνωστό ως Unified Human Gastrointestinal Genome catalog, συγκεντρώνει γενετικά δεδομένα από ολόκληρο το μικροβίωμα του εντέρου.

Για την κατασκευή της βάσης δεδομένων, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την «μεταγονιδιωματική», τεχνική η οποία επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάλυση όλων των μικροβιακών γονιδιωμάτων στο έντερο και στη συνέχεια τον διαχωρισμό τους σε επιμέρους είδη. Η συγκεκριμένη ανάλυση αποκάλυψε περισσότερα από 4.600 βακτηριακά είδη που «κατοικούν» στο ανθρώπινο έντερο, εκ των οποίων πάνω από 3.000 δεν είχαν ποτέ προηγουμένως ταυτοποιηθεί.

Τα ευρήματα αυτά αποκάλυψαν πως μεγάλο μέρος του μικροβιώματος δεν είχε ακόμη χαρτογραφηθεί από τους επιστήμονες. Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει γονιδιώματα αναφοράς για κάθε είδος, συμπεριλαμβανομένου και του CAG‑170. Αυτά τα γονιδιώματα λειτουργούν σαν γενετικά «δακτυλικά αποτυπώματα», επιτρέποντας στους επιστήμονες να εντοπίζουν συγκεκριμένα βακτήρια σε άλλα δείγματα μικροβιώματος.