Πολλές από τις μεγαλύτερες απειλές για την υγεία, όπως οι καρδιακές παθήσεις, ο διαβήτης τύπου 2 και η άνοια, είναι πολύπλοκες. Υπάρχει δηλαδή ένα ευρύ φάσμα παραγόντων που τις προκαλούν. Συνδυαστικά, αυτοί οι παράγοντες αλληλεπιδρούν για πολλές δεκαετίες, οδηγώντας τελικά στην εμφάνιση μιας νόσου, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διάγνωση και η θεραπεία μπορούν να γίνουν μόνο όταν παρατηρηθούν κάποια συμπτώματα. Η πρόληψη ωστόσο είναι η καλύτερη θεραπεία, αλλά, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, αυτό σπάνια ισχύει για τις χρόνιες παθήσεις. Οι ίδιοι πιστεύουν ότι, καθώς η τεχνολογία προχωρά, ο ιατρικός κόσμος χρειάζεται να αναπτύξει πιο αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα για να εντοπίζονται τα πρώιμα σημάδια μιας εξελισσόμενης νόσου και να σταματά η πορεία της στην αρχή της.

Διαβήτης τύπου 2: Τι αναφέρουν οι επιστήμονες

Ο διαβήτης τύπου 2 είναι μια πάθηση γνωστή σε όλου μας. Το να διαγνωστεί κανείς με τη νόσο σημαίνει ότι αυτή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και η ζημιά που προκαλεί η υψηλή γλυκόζη στο αίμα, έχει ήδη ξεκινήσει.

Ωστόσο, οι επιστήμονες εξηγούν ότι οι διεργασίες που οδηγούν σε αυτή τη χρόνια πάθηση συνήθως ξεκινούν δεκαετίες νωρίτερα και περιλαμβάνουν:

  • Υποτονικές αλλαγές στον τρόπο κατανομής του σωματικού λίπους.
  • Σταδιακή αύξηση της φλεγμονής.
  • Διακριτές αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου.
  • Σταθερή μείωση των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη.

Όπως αναφέρουν, η υψηλή γλυκόζη «δεν είναι η αιτία του διαβήτη τύπου 2, αλλά η τελική κραυγή μετά από χρόνια βιολογικών ψιθύρων». Σύμφωνα με τους ίδιους, «θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο να ακούμε τους ψιθύρους, αντί να περιμένουμε να ξεκινήσει η κραυγή».

Καθώς τα συστήματα του σώματος μετακινούνται σταδιακά από μια υγιή κατάσταση προς την ασθένεια, οι ειδικοί μπορούν να παρακολουθούν λεπτές αλλαγές. Για παράδειγμα, μια μελέτη παρακολούθησε άτομα χωρίς διαβήτη για 12 χρόνια. Όπως διαπιστώθηκε, οι αλλαγές στα επίπεδα ορισμένων αμινοξέων προέβλεπαν ποιοι θα ανέπτυσσαν τελικά διαβήτη τύπου 2. Μια άλλη μελέτη, η οποία περιελάμβανε άτομα με προδιαβήτη, αποκάλυψε ότι η διαφορά στα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών στο αίμα ένα χρόνο πριν τη διάγνωση του διαβήτη ήταν μετρήσιμη.

Μελέτες όπως αυτές προσφέρουν ελπίδα, αλλά, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πολύπλοκη.

Σήμερα, μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιατρικής βασίζεται σε μέσους όρους. Ένας γιατρός διαγιγνώσκει μια ασθένεια αν ένας συγκεκριμένος βιοδείκτης, όπως τα επίπεδα γλυκόζης, υπερβαίνει ένα προκαθορισμένο όριο.

Αυτό γενικά λειτουργεί, αλλά δεν μπορεί πάντα να ανιχνεύσει τις διακριτικές, πρώιμες αλλαγές που προειδοποιούν για την ανάπτυξη της νόσου. Σημαντικές είναι επίσης οι ατομικές διαφορές και το πλαίσιο: για παράδειγμα, κάτι που θεωρείται φυσιολογικό για έναν 71χρονο μπορεί να είναι πολύ ασυνήθιστο για έναν 21χρονο. Υπάρχουν επίσης διαφορές με βάση το φύλο, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, την περιβαλλοντική έκθεση και άλλα.

Οι ερευνητές προτείνουν νέες μεθόδους εξετάσεων, βιοδείκτες και παρακολούθηση που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη δημιουργία ενός πλαίσιο-εξαρτώμενου προφίλ υγείας, όπως αξιολογήσεις της βιολογικής ηλικίας. Η βιολογική ηλικία μετρά πόσο γρήγορα γερνά ένα άτομο σε φυσιολογικό και κυτταρικό επίπεδο.

Είναι αυτό το μέλλον της πρόληψης των ασθενειών;

Αν και η ιατρική τεχνολογία προχωρά με εκπληκτικά γρήγορους ρυθμούς, οι φιλόδοξοι στόχοι απέχουν από το να γίνουν πραγματικότητα. Στο δημοσιευμένο στο Cell Systems άρθρο τους ωστόσο, οι ερευνητές λένε ότι η τεχνητή νοημοσύνη (AI) ίσως δώσει τη λύση. Ελπίζουν ότι ένα επαρκώς εκπαιδευμένο μοντέλο AI θα μπορούσε να ανιχνεύσει αλλαγές όχι σε σχέση με μέσους όρους του πληθυσμού, αλλά σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα κάθε ατόμου. Στη συνέχεια, εξετάζοντας τη βιβλιογραφία, θα μπορούσε να κατανοήσει τι σημαίνουν αυτές οι αλλαγές για την μακροχρόνια υγεία και τον κίνδυνο ασθενειών για το συγκεκριμένο άτομο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το μέλλον της υγειονομικής τεχνολογίας μοιάζει συναρπαστικό. Προς το παρόν, η πιο αποτελεσματική συμβουλή υγείας συνοψίζεται σε απλές, καθημερινές συνήθεις του τρόπου ζωής, όπως είναι η άσκηση, ο καλός ύπνος και η ισορροπημένη διατροφή.