Μια νέα κλινική μελέτη έρχεται να ανατρέψει όσα θεωρούμε δεδομένα για τα γλυκά. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μείωσή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα περιοριστούν και οι λιγούρες (η έντονη επιθυμία), αλλά ούτε φαίνεται να προσφέρει μετρήσιμα οφέλη για την υγεία. Οι ερευνητές επιβεβαιώνουν αυτό που γνωρίζαμε εδώ και καιρό: δεν είναι η γλυκιά γεύση αλλά η υψηλή πρόσληψη ζάχαρης και θερμίδων που μπορεί να μας επιβαρύνει.

Τι εξέτασε η μελέτη

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Wageningen University & Research στην Ολλανδία και το Bournemouth University στο Ηνωμένο Βασίλειο, και δημοσιεύτηκε στο American Journal of Clinical Nutrition. Στόχος ήταν να διερευνηθεί αν η συνολική «γλυκύτητα» της διατροφής επηρεάζει:

  • την προτίμηση για γλυκές γεύσεις,
  • τους δείκτες υγείας που σχετίζονται με καρδιαγγειακό κίνδυνο και διαβήτη,
  • τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων απέναντι στα γλυκά σε βάθος χρόνου.

Στη δοκιμή συμμετείχαν 180 ενήλικες, οι οποίοι χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: ομάδα υψηλής, χαμηλής και μέτριας γλυκύτητας.

Η γλυκύτητα προερχόταν μεταξύ άλλων από ζάχαρη και φυσικά γλυκές τροφές, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική ποικιλία των σύγχρονων διατροφικών επιλογών. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για έξι μήνες, με αξιολογήσεις στον 1ο, 3ο και 6ο μήνα. Οι ερευνητές κατέγραψαν:

  • αλλαγές στις προτιμήσεις για γλυκά,
  • μεταβολές στο σωματικό βάρος,
  • δείκτες καρδιαγγειακής υγείας,
  • δείκτες κινδύνου για διαβήτη μέσω εξετάσεων αίματος και ούρων.

Τι ισχύει για τα γλυκά;

Στο τέλος της εξάμηνης παρακολούθησης, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι προτιμήσεις των συμμετεχόντων για τα γλυκά παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες. Είτε είχαν ακολουθήσει μια διατροφή με περισσότερες γλυκές γεύσεις είτε είχαν περιορίσει σημαντικά την παρουσία τους, η απόλαυση της γλυκιάς γεύσης δεν διαφοροποιήθηκε. Η φυσική τάση κάποιων ανθρώπων προς το γλυκό φαίνεται πως δεν επηρεάζεται από βραχυπρόθεσμες αλλαγές στη διατροφή.

Παράλληλα, δεν καταγράφηκαν ουσιαστικές διαφορές σε κανέναν από τους δείκτες υγείας που εξετάστηκαν. Μετά από έξι μήνες, οι τρεις ομάδες εμφάνιζαν παρόμοια εικόνα όσον αφορά τους δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου, τους μεταβολικούς δείκτες που σχετίζονται με τον διαβήτη, αλλά και το σωματικό βάρος ή τη σύσταση σώματος. Η συνολική «γλυκύτητα» της διατροφής δεν φάνηκε να επηρεάζει την υγεία με τρόπο μετρήσιμο, αναφέρουν οι ερευνητές.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι, ανεξάρτητα από τις οδηγίες που είχαν λάβει, οι περισσότεροι συμμετέχοντες επέστρεψαν σταδιακά στις αρχικές τους διατροφικές συνήθειες. Ακόμη και όσοι είχαν μειώσει σημαντικά τη γλυκύτητα της διατροφής τους, με τον καιρό επανήλθαν στα επίπεδα κατανάλωσης που είχαν πριν από την έναρξη της μελέτης, μια ένδειξη ότι οι προσωπικές προτιμήσεις και οι καθημερινές συνήθειες είναι βαθιά ριζωμένες και δύσκολα αλλάζουν μόνο με βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις.

Τι σημαίνουν αυτά για την υγεία;

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι υπάρχουσες διατροφικές οδηγίες, ίσως χρειάζεται να επανεξεταστούν. Όπως εξηγούν, ως άνθρωποι έχουμε μια φυσική προτίμηση για το γλυκό, και οι συστάσεις που ζητούν να περιορίσουμε τη γλυκύτητα της διατροφής μπορεί ορισμένες φορές, να μην λαμβάνουν υπόψη την πηγή της: αν προέρχεται από ζάχαρη ή από φυσικά γλυκές τροφές.

Το ζήτημα μας υπενθυμίζουν, δεν είναι η γεύση αυτή καθαυτή, αλλά η υπερβολική πρόσληψη ζάχαρης και ενεργειακά πυκνών τροφών. Μάλιστα, σημειώνουν ότι πολλά τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη δεν έχουν απαραίτητα γλυκιά γεύση, όπως συμβαίνει με ορισμένα είδη υπερ-επεξεργασμένων τροφών.

Αντίθετα, φυσικά γλυκές επιλογές, όπως τα φρούτα, μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη για την υγεία, γεγονός που δείχνει ότι η γλυκύτητα δεν είναι από μόνη της προβληματική, αλλά πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συνολικής διατροφικής ποιότητας.