Συνήθως αντιλαμβανόμαστε την γήρανση σαν μια σταθερή, αμετάβλητη διαδικασία· ένα έτος που περνά, ένα έτος που προστίθεται. Ωστόσο, η επιστήμη γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι η ηλικία του σώματος δεν ταυτίζεται πάντα με την χρονολογική. Δύο άνθρωποι 70 ετών μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετικό «εσωτερικό προφίλ». Και τώρα, μια νέα μελέτη έρχεται να δείξει ότι η διατροφή – ιδίως όταν περιλαμβάνει περισσότερους υδατάνθρακες και φυτικά τρόφιμα – ίσως αρκεί για να επηρεάσει αυτούς τους βιολογικούς δείκτες.
Δεν πρόκειται για «αναστροφή» της γήρανσης. Οι ερευνητές τονίζουν ότι οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν πιθανότατα αντανακλούν την άμεση, φυσιολογική απόκριση του οργανισμού σε ένα νέο διατροφικό πρότυπο. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι τέτοιες μεταβολές καταγράφηκαν σε μόλις τέσσερις εβδομάδες έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας και ανοίγει τη συζήτηση για το πόσο άμεσα μπορεί το σώμα να προσαρμόζεται.
104 ενήλικες, τέσσερις διαφορετικές δίαιτες, ένας μήνας και οι υδατάνθρακες στο επίκεντρο
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Aging Cell, βασίστηκε σε δεδομένα από το Nutrition for Healthy Living Study, μια αυστηρά ελεγχόμενη διατροφική δοκιμή στην Αυστραλία. Συμμετείχαν 104 ενήλικες ηλικίας 65–75 ετών, με ΔΜΣ 20–35, μη καπνιστές και χωρίς σοβαρές παθήσεις όπως διαβήτη τύπου 2, καρκίνο ή νεφρική νόσο.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τέσσερις ομάδες που ακολουθούσαν διαφορετικά διατροφικά πρωτόκολλα: υψηλή σε λιπαρά παμφαγική διατροφή, υψηλή σε υδατάνθρακες παμφαγική διατροφή, υψηλή σε λιπαρά ημι-χορτοφαγική διατροφή και υψηλή σε υδατάνθρακες ημι-χορτοφαγική διατροφή.
Σε όλα τα πρωτόκολλα, η πρωτεΐνη αντιστοιχούσε στο 14% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Αυτό που διαφοροποιούνταν ήταν η προέλευση της πρωτεΐνης (ζωική ή φυτική) και το αν το υπόλοιπο ενεργειακό φορτίο προερχόταν κυρίως από λιπαρά ή υδατάνθρακες. Όλα τα γεύματα παραδόθηκαν έτοιμα στους συμμετέχοντες, εξασφαλίζοντας εξαιρετικά υψηλή συμμόρφωση και ακριβή έλεγχο της πρόσληψης.
Τι άλλαξε μέσα σε τέσσερις εβδομάδες
Πριν και μετά την παρέμβαση, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μια σειρά εξετάσεων αίματος και κλινικών μετρήσεων. Με βάση αυτά, οι ερευνητές υπολόγισαν έναν δείκτη «βιολογικής ηλικίας», μια εκτίμηση που αποτυπώνει την κατάσταση του σώματος σε σύγκριση με συνομηλίκους του ίδιου φύλου. Αυτός ο δείκτης αποδίδει μια τιμή που οι ερευνητές όρισαν ως “delta age”.
Μια θετική τιμή υποδηλώνει ότι το σώμα εμφανίζεται βιολογικά μεγαλύτερο από τη χρονολογική του ηλικία, ενώ μια αρνητική τιμή αντιστοιχεί σε πιο ευνοϊκό προφίλ. Στην αρχή της μελέτης, οι περισσότεροι συμμετέχοντες παρουσίαζαν ήδη ελαφρώς αρνητικές τιμές, κάτι που υποδηλώνει ότι επρόκειτο για μια σχετικά υγιή ομάδα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η υψηλή σε λιπαρά, παμφαγική διατροφή δεν έδειξε καμία ουσιαστική μεταβολή. Τα τρία άλλα διατροφικά πρότυπα συσχετίστηκαν με μετατόπιση προς πιο ευνοϊκές τιμές. Πιο συγκεκριμένα, η παμφαγική, υψηλή σε υδατάνθρακες διατροφή συνδέθηκε με τη σαφέστερη και στατιστικά σημαντική βελτίωση ενώ οι δύο ημι-χορτοφαγικές δίαιτες κινήθηκαν επίσης προς θετική κατεύθυνση, αλλά όχι πάντα με στατιστική βεβαιότητα.
Τι σημαίνουν και τι δεν σημαίνουν τα ευρήματα
Οι δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι και μπορούν να μεταβληθούν γρήγορα από παράγοντες όπως τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, οι φλεγμονώδεις δείκτες, τα λιπίδια και η χοληστερόλη, αλλά και από το στρες, τον ύπνο, τη φαρμακευτική αγωγή ή τη φυσική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν ενδέχεται να αντανακλούν κυρίως την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα νέο διατροφικό πρότυπο, όχι απαραίτητα μια πραγματική επιβράδυνση της γήρανσης.
Οι συγγραφείς μάλιστα παραθέτουν μια χαρακτηριστική σύγκριση. Κατά την εγκυμοσύνη, οι δείκτες βιολογικής ηλικίας μπορούν προσωρινά να αυξηθούν έως και δύο χρόνια και στη συνέχεια να μειωθούν έως και οκτώ μετά τον τοκετό. Το παράδειγμα αυτό δείχνει πόσο ευμετάβλητοι είναι οι συγκεκριμένοι δείκτες και πόσο εύκολα αντανακλούν φυσιολογικές μεταβολές.
Οι υδατάνθρακες έκαναν την ανατροπή
Οι δίαιτες με τα περισσότερα φυτικά τρόφιμα και τους περισσότερους υδατάνθρακες φάνηκαν να έχουν τις ισχυρότερες επιδράσεις. Τα πιο ευνοϊκά ευρήματα καταγράφηκαν σε διατροφές πλούσιες σε σύνθετους υδατάνθρακες, με μεγαλύτερη παρουσία φυτικών τροφίμων, υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και γενικότερα βασισμένες σε ελάχιστα επεξεργασμένες επιλογές.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν αφορούν δίαιτες που στηρίζονται σε λευκό ψωμί, ζαχαρούχα ροφήματα ή επεξεργασμένα σνακ. Σε μια περίοδο όπου οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων κυριαρχούν στη διατροφική κουλτούρα, το γεγονός ότι μια διατροφή υψηλή σε υδατάνθρακες εμφάνισε τη μεγαλύτερη βελτίωση στους δείκτες βιολογικής ηλικίας θεωρείται, αν μη τι άλλο, ανατρεπτικό.
Μια μελέτη τεσσάρων εβδομάδων με 104 άτομα δεν μπορεί να καθορίσει πώς πρέπει να τρώμε για να ζήσουμε περισσότερο. Μπορεί όμως να ανοίξει τον δρόμο για πιο στοχευμένα ερωτήματα σχετικά με τη διατροφή και τη βιολογική γήρανση: ποια συστατικά έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση και πόσο πρέπει να διαρκέσουν οι αλλαγές για να αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα; Τελικά, ακόμη και μικρές αλλαγές στη διατροφή φαίνεται πως μπορούν να αφήσουν το αποτύπωμά τους πολύ πιο γρήγορα απ’όσο περιμέναμε.
