Υπάρχουν πολλές θεωρίες για τα ραντεβού και για το πότε ένας άνθρωπος πρέπει να σταματήσει να ψάχνει και να επιλέξει τον κατάλληλο σύντροφο για να κατασταλάξει… Μία από τις πιο γνωστές έχει να κάνει με τα μαθηματικά. Είναι η λεγόμενη θεωρία της «βέλτιστης διακοπής» (optimal stopping theory), από την οποία προκύπτει ο περίφημος κανόνας του 37%.
Σύμφωνα με αυτόν, αφού έχουμε γνωρίσει περίπου το 37% των πιθανών επιλογών μας, έχουμε ήδη συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες ώστε να μπορούμε να πάρουμε μια πιο συνειδητή απόφαση για το ποιον/α θα επιλέξουμε.
Όμως πόσο ρεαλιστικός είναι πραγματικά αυτός ο αριθμός στην ερωτική ζωή;
Από τα μαθηματικά… στα ραντεβού: Πόσο πρακτικός είναι αυτός ο κανόνας;
Η θεωρία της βέλτιστης διακοπής αντιμετωπίζει το dating σαν ένα «πρόβλημα δειγματοληψίας». Πριν ξεκινήσουμε να βγαίνουμε ραντεβού, δεν έχουμε ουσιαστικά εικόνα για το τι υπάρχει εκεί έξω — παρά μόνο γενικές προσδοκίες που δημιουργούν τα social media, οι ταινίες και η ίδια η κοινωνία.
Η πραγματική εμπειρία, όμως, είναι διαφορετική. Μέσα από τα ραντεβού αρχίζουμε να σχηματίζουμε ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο: τι μας ταιριάζει, τι όχι, τι μπορούμε να περιμένουμε.
Η θεωρία προτείνει ότι ένα αρχικό “δείγμα” είναι απαραίτητο — και τοποθετεί αυτό το σημείο στο 37% των συνολικών επιλογών.
Με απλά λόγια, αν υποθέσουμε ότι κάποιος θα μπορούσε να έχει 100 πιθανές γνωριμίες, οι πρώτες 37 λειτουργούν ως μια περίοδος δοκιμής/εμπειρίας για να αποκτήσει μέτρο σύγκρισης. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να επιλέξουμε τον επόμενο άνθρωπο που είναι καλύτερος από τον καλύτερο μέχρι εκείνη τη στιγμή…
Στην πράξη βέβαια, τα πράγματα είναι μάλλον πολύ πιο σύνθετα.
Πόσα ραντεβού μπορεί πραγματικά να βγει κάποιος; Πώς μετράμε τι είναι «ραντεβού» και τι απλώς μια γνωριμία; Και κυρίως, πώς μπορεί να εφαρμοστεί ένας σταθερός αριθμός σε κάτι τόσο απρόβλεπτο όσο οι ανθρώπινες σχέσεις;
Για παράδειγμα, αν κάποιος βγαίνει ένα ραντεβού την εβδομάδα, μέσα σε έναν χρόνο θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 50 ραντεβού. Σε αυτή την περίπτωση, το 37% αντιστοιχεί σε περίπου 18–19 ραντεβού, τα οποία θα λειτουργούσαν ως περίοδος «δοκιμής».
Όμως ακόμη κι αυτό είναι μια υπεραπλούστευση, καθώς στην πραγματική ζωή δεν υπάρχουν καθαρές κατηγορίες ούτε σταθεροί ρυθμοί.
Το “σωστό timing” δεν υπολογίζεται εύκολα
Ένα ακόμη βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να προβλέψουμε πότε θα εμφανιστεί το κατάλληλο άτομο. Μπορεί να συμβεί πολύ νωρίτερα από το “θεωρητικό όριο” ή πολύ αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι ένας αυστηρός κανόνας μπορεί να οδηγήσει είτε σε πρόωρες επιλογές είτε σε ατελείωτη αναζήτηση.
Επιπλέον, αλλάζουμε κι εμείς οι ίδιοι με τον χρόνο. Οι εμπειρίες, οι ανάγκες και οι προτεραιότητές μας δεν είναι σταθερές. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και το “δείγμα” των προηγούμενων σχέσεων δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτικό του ποιοι είμαστε πραγματικά σήμερα.
Τι ισχύει τελικά με τον κανόνα του 37%;
Ίσως ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον κανόνα του 37% δεν είναι ως αυστηρό μαθηματικό μοντέλο, αλλά ως μια γενική ιδέα.
Από τη μία πλευρά, μας υπενθυμίζει ότι χρειάζεται χρόνος για να καταλάβουμε τι πραγματικά μας ταιριάζει. Από την άλλη, μας προειδοποιεί να μην παγιδευτούμε στην ατέρμονη αναζήτηση του “κάτι καλύτερου που μπορεί να υπάρχει κάπου αλλού”.
Η ισορροπία βρίσκεται κάπου στη μέση: να δίνουμε χώρο στην εμπειρία, αλλά και να αναγνωρίζουμε πότε κάτι καλό ήδη υπάρχει μπροστά μας.
Γιατί στην πραγματική ζωή, οι σχέσεις δεν ακολουθούν μαθηματικούς τύπους — αλλά ανθρώπινη χημεία, συγκυρίες και συναισθήματα.