Η σκόνη που συγκεντρώνεται μέσα σε ένα κτίριο ίσως κρύβει πολύ περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες φανταζόμαστε. Σύμφωνα με νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη, η ανάλυση της σκόνης που συλλέγουν οι ηλεκτρικές σκούπες μπορεί να δώσει σημαντικά στοιχεία για τους ιούς που κυκλοφορούν σε έναν χώρο, ακόμη και πριν υπάρξει μεγάλος αριθμός διαγνωσμένων κρουσμάτων. Οι ερευνητές εντόπισαν συνολικά 54 διαφορετικούς ιούς σε δείγματα σκόνης από σχολεία, παιδικούς σταθμούς, πανεπιστήμια και γραφεία στο Οχάιο των ΗΠΑ. Μεταξύ αυτών βρέθηκαν ο SARS-CoV-2, που προκαλεί την COVID-19, ιοί της γρίπης, ο νοροϊός που σχετίζεται με γαστρεντερίτιδες, αλλά και άλλοι γνωστοί ανθρώπινοι ιοί.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Building and Environment και ανοίγει τη συζήτηση για ένα νέο, χαμηλού κόστους εργαλείο επιδημιολογικής παρακολούθησης.

Τι ακριβώς εξέτασαν οι επιστήμονες

Η ερευνητική ομάδα συνέλεξε 27 δείγματα σκόνης από διαφορετικά κτίρια, όπως:

  • παιδικούς σταθμούς,
  • νηπιαγωγεία,
  • δημοτικά σχολεία,
  • φοιτητικές εστίες,
  • πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη,
  • κτίρια γραφείων,
  • κέντρα αναψυχής.

Τα δείγματα προήλθαν κυρίως από σακούλες και φίλτρα ηλεκτρικών σκουπών την περίοδο από τον Αύγουστο του 2024 έως τις αρχές του 2025.

Στη συνέχεια, οι επιστήμονες απομόνωσαν γενετικό υλικό από τη σκόνη και χρησιμοποίησαν δύο διαφορετικές εργαστηριακές τεχνικές:

  • μία πιο κλασική μέθοδο που αναζητά συγκεκριμένους ιούς,
  • και μία πιο σύγχρονη τεχνική αλληλούχισης, η οποία μπορεί να εντοπίσει εκατοντάδες πιθανούς ιούς ταυτόχρονα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κάθε δείγμα περιείχε τουλάχιστον έναν ιό.

Οι πιο συχνοί ιοί που βρέθηκαν

Ο πιο συχνός ιός ήταν ο ρινοϊός, δηλαδή ένας από τους βασικούς υπεύθυνους του κοινού κρυολογήματος. Εντοπίστηκε στο 85% των δειγμάτων.

Εκτός από αυτόν, ανιχνεύθηκαν:

  • SARS-CoV-2,
  • ιοί γρίπης,
  • νοροϊός,
  • αδενοϊοί,
  • ο ιός Epstein–Barr,
  • ο HPV,
  • και άλλοι ιοί που κυκλοφορούν συχνά στον ανθρώπινο πληθυσμό.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν όμως κάτι πολύ σημαντικό: η μελέτη ανίχνευσε μόνο γενετικό υλικό των ιών και όχι ζωντανούς ή ενεργούς ιούς. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία τους στη σκόνη δεν αποδεικνύει ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος μόλυνσης.

Με απλά λόγια, η σκόνη λειτουργεί περισσότερο σαν «αρχείο» των ιών που πέρασαν από έναν χώρο και όχι ως απόδειξη ότι οι ιοί παραμένουν μολυσματικοί.

Γιατί ενδιαφέρει τόσο τους επιστήμονες

Συνήθως, οι υγειονομικές αρχές αντιλαμβάνονται την εξάπλωση ενός ιού όταν οι άνθρωποι αρχίσουν να αρρωσταίνουν, να επισκέπτονται γιατρό και να υποβάλλονται σε εξετάσεις. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει πάντα μια καθυστέρηση ανάμεσα στην πραγματική κυκλοφορία του ιού και στην καταγραφή των κρουσμάτων.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, η επιτήρηση λυμάτων βοήθησε σημαντικά στην πιο έγκαιρη ανίχνευση εξάρσεων. Ωστόσο, η μέθοδος αυτή έχει περιορισμούς:

  • δεν μπορεί πάντα να δείξει σε ποιο συγκεκριμένο κτίριο κυκλοφορεί ένας ιός,
  • ενώ δεν εφαρμόζεται εύκολα σε περιοχές χωρίς οργανωμένο αποχετευτικό σύστημα.

Η σκόνη ίσως μπορεί να καλύψει μέρος αυτού του κενού, επειδή συνδέεται άμεσα με ένα συγκεκριμένο εσωτερικό περιβάλλον.

Η σκόνη «ακολούθησε» την εποχική γρίπη

Σε ένα κτίριο γραφείων, οι επιστήμονες συνέλεξαν επιπλέον δείγματα σκόνης για να παρακολουθήσουν την παρουσία του ιού της γρίπης και του SARS-CoV-2 μέσα στον χρόνο.

Παρατήρησαν ότι τα επίπεδα γρίπης στη σκόνη αυξήθηκαν τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 — ακριβώς την περίοδο που αυξάνονταν και τα επίσημα κρούσματα γρίπης σύμφωνα με τα στοιχεία των αμερικανικών υγειονομικών αρχών.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η σκόνη θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει ως ένας δείκτης της κυκλοφορίας ιών σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.