Μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι ένας πληθυσμός του πλανήτη διατηρεί στο γενετικό του υλικό περισσότερα ίχνη από αρχαίους ανθρώπινους συγγενείς σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλο. Το εύρημα δεν φωτίζει μόνο άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης εξέλιξης, αλλά δείχνει ότι ορισμένα από αυτά τα αρχαία γονίδια μπορεί να επηρεάζουν ακόμη και σήμερα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν εξελίχθηκαν στην απομόνωση. Κατά τη διάρκεια της εξάπλωσής τους από την Αφρική προς άλλες περιοχές του κόσμου, ήρθαν σε επαφή και διασταυρώθηκαν με άλλα ανθρώπινα είδη που ζούσαν τότε στην Ευρασία, όπως οι Νεάντερταλ και οι Ντενίσοβαν. Ως αποτέλεσμα, μικρά τμήματα του DNA αυτών των αρχαίων πληθυσμών εξακολουθούν να υπάρχουν στο γονιδίωμα πολλών ανθρώπων σήμερα.

Ωστόσο, νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science δείχνει ότι ορισμένοι πληθυσμοί διατηρούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αυτού του αρχαίου γενετικού υλικού από ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα.

Τι ανακάλυψαν οι επιστήμονες για το DNA των κατοίκων των νησιών του Ειρηνικού

Η διεθνής ερευνητική ομάδα ανέλυσε τα πλήρη γονιδιώματα 177 ατόμων από 12 διαφορετικούς πληθυσμούς της Εγγύς Ωκεανίας και τα συνέκρινε με περισσότερα από 1.200 γονιδιώματα από άλλες περιοχές του κόσμου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί φέρουν έως και 14 φορές περισσότερο DNA που προέρχεται από τους Ντενίσοβαν σε σχέση με τους πληθυσμούς της Ανατολικής Ασίας. Σε ορισμένες ομάδες, η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Οι ερευνητές κατάφεραν επίσης να ανασυνθέσουν ένα πολύ μεγάλο μέρος του αρχαίου αυτού γενετικού υλικού, αποκαλύπτοντας εκατοντάδες εκατομμύρια γενετικές αλληλουχίες που δεν είχαν καταγραφεί ποτέ στο παρελθόν.

Η σημασία της απομόνωσης και το αποτύπωμα στο DNA

Ένας από τους λόγους που διατηρήθηκαν αυτά τα γενετικά ίχνη φαίνεται να είναι η μακροχρόνια απομόνωση των πληθυσμών της περιοχής. Οι πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από περίπου 42.000 χρόνια και παρέμειναν σχετικά αποκομμένοι από άλλους ανθρώπινους πληθυσμούς για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.

Όταν ένας πληθυσμός ζει απομονωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα, η γενετική του σύνθεση μπορεί να αλλάξει μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται «γενετική παρέκκλιση» (genetic drift). Με απλά λόγια, τυχαίες γενετικές αλλαγές συσσωρεύονται μέσα στις γενιές και αφήνουν ένα μοναδικό αποτύπωμα στο DNA.

Δεν υπήρξε μόνο μία συνάντηση με τους Ντενίσοβαν

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης είναι ότι οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων της περιοχής πιθανότατα δεν ήρθαν σε επαφή με μία μόνο ομάδα Ντενίσοβαν.

Η ανάλυση του DNA υποδηλώνει ότι υπήρχαν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές γενεαλογικές γραμμές συγγενικές με τους Ντενίσοβαν, οι οποίες διασταυρώθηκαν με τους σύγχρονους ανθρώπους σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτό δείχνει ότι η ανθρώπινη προϊστορία ήταν πολύ πιο σύνθετη από ό,τι θεωρούσαν οι επιστήμονες μέχρι σήμερα.

Αρχαία γονίδια με σύγχρονο ρόλο

Το αρχαίο αυτό DNA δεν αποτελεί απλώς ένα «απολίθωμα» της εξέλιξης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αρκετές από τις γενετικές παραλλαγές που κληρονομήθηκαν από τους Ντενίσοβαν φαίνεται να έχουν διατηρηθεί επειδή προσέφεραν κάποιο εξελικτικό πλεονέκτημα.

Πολλές από αυτές εντοπίζονται σε γονίδια που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα, δηλαδή με τους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού απέναντι σε ιούς, βακτήρια και άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς.

Ένα από τα γονίδια που ξεχώρισαν ήταν το TRPS1, το οποίο συνδέεται με την ανάπτυξη των οστών, των μαλλιών και των χαρακτηριστικών του προσώπου. Μια παραλλαγή του, που φαίνεται να προέρχεται από τους Ντενίσοβαν, εμφανίζεται σε πολύ υψηλά ποσοστά σε ορισμένους πληθυσμούς της περιοχής.

Πιθανή προστασία απέναντι σε λοιμώξεις

Για να εξετάσουν αν αυτά τα αρχαία γονίδια εξακολουθούν να είναι λειτουργικά, οι επιστήμονες μελέτησαν περισσότερες από 22.000 γενετικές παραλλαγές σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Ανακάλυψαν ότι χιλιάδες από αυτές επηρεάζουν τη δραστηριότητα των γονιδίων, ιδιαίτερα σε βιολογικές οδούς που σχετίζονται με την άμυνα του οργανισμού απέναντι σε λοιμώξεις. Ανάμεσα στα σημαντικότερα γονίδια που εντοπίστηκαν ήταν τα JAK1, GBP2 και OAS1, τα οποία συμμετέχουν στην αντιική και αντιμικροβιακή προστασία.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ορισμένα γενετικά χαρακτηριστικά που κληρονομήθηκαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια ενδέχεται να εξακολουθούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός ανταποκρίνεται σε ασθένειες.