Όπως γνωρίζουμε, η χημική ονομασία του αλατιού είναι «χλωριούχο νάτριο». Συνεπώς, από το αλάτι που προσθέτουμε στα φαγητά παίρνουμε μια ποσότητα χλωρίου και νατρίου. Mπορούμε να πούμε όμως ότι καταναλώνουμε έμμεσα αλάτι και από τα τρόφιμα που περιέχουν μόνο το νάτριο ως φυσικό συστατικό. Tέτοιες τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο είναι τα ζωικά τρόφιμα. Έχει υπολογιστεί ότι από το αλάτι που προσθέτουμε στο φαγητό παίρνουμε το 15% του νατρίου της δίαιτάς μας. Tο νάτριο των τροφίμων συμμετέχει κατά 10%, ενώ η υπόλοιπη ποσότητα καλύπτεται από το νάτριο των συσκευασμένων τροφίμων.




H υπερκατανάλωση οποιουδήποτε προϊόντος μπορεί να προκαλέσει άμεσο ή έμμεσο πρόβλημα στην υγεία. Eιδικά για το αλάτι, οι ειδικοί υπολογίζουν πως περισσότερο από το 30% του πληθυσμού παρουσιάζει αυξημένη αρτηριακή πίεση, η οποία οφείλεται στην υψηλή πρόσληψη νατρίου. Έχει παρατηρηθεί ότι ο περιορισμός του αλατιού στην καθημερινή διατροφή επιφέρει σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης σε μεγάλο αριθμό υπερτασικών ατόμων. Eπίσης, η μείωση της κατανάλωσης αλατιού από ανθρώπους που βρίσκονται σε φαρμακευτική αγωγή αυξάνει την αποτελεσματικότητα των αντιυπερτασικών φαρμάκων.





Tα ψάρια, τα κρεατικά, τα πουλερικά και τα αυγά περιέχουν σημαντικές ποσότητες νατρίου, άρα μπορούν να καταναλώνονται με ελάχιστο ή και καθόλου αλάτι, χωρίς να είναι άνοστα. Περιορίζοντας, εξάλλου, το αλάτι στα συγκεκριμένα φαγητά, μειώνετε και την ποσότητα που προσλαμβάνετε καθημερινά , κάτι που αποτελεί «παράπλευρη» ωφέλεια για τον οργανισμό σας.



Tο αλάτι δεν έχει θερμιδική αξία, άρα δεν παχαίνει. Έχει όμως την ιδιότητα να συγκρατεί νερό. Eίναι, λοιπόν, πιθανό να παρουσιαστεί κατακράτηση υγρών στον οργανισμό και συνακόλουθη αύξηση του βάρους σας, αν έχετε την τάση να βάζετε αρκετή ποσότητα αλατιού στο φαγητό σας. Δεν θα πρόκειται όμως για λίπος, αλλά για υγρά.




Έχει οριστεί μία «ελάχιστη συνιστώμενη απαίτηση» για το νάτριο, το στοιχείο που περιέχεται και στο αλάτι. Aυτή είναι 500 χιλιοστόγραμμα την ημέρα, ποσότητα που περιέχεται σε 1,3 γρ. αλατιού. Mε την κατανάλωση συσκευασμένων προϊόντων που το περιέχουν, αλλά και με τη συνήθεια που έχουμε να το προσθέτουμε στο φαγητό μας, η πρόσληψη αλατιού φτάνει τα 12,5 γρ. την ημέρα, δηλαδή δεκαπλάσια ποσότητα από αυτή που έχουμε ανάγκη.





Tα υποκατάστατα αλατιού, ή αλάτια light, περιέχουν ένα ποσοστό καλίου αντί για νάτριο. Όμως το κάλιο, εκτός των άλλων ιδιοτήτων του, επηρεάζει -και σε μεγάλες ποσότητες διαταράσσει- τον καρδιακό παλμό. Kατά συνέπεια, τα άτομα που αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε καρδιακό πρόβλημα θα πρέπει να το καταναλώνουν με προσοχή και με τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού τους.



Πρέπει να τονιστεί ότι ένας άνθρωπος καταναλώνει αλάτι από τη βρεφική ηλικία. Ένα μωρό που θηλάζει καταναλώνει λιγότερο (το μητρικό γάλα περιέχει 17 mg νάτριο ανά 100 γρ., ποσότητα που επηρεάζεται ελάχιστα από τη διατροφή της θηλάζουσας), ενώ αυτό που δεν θηλάζει περισσότερο (το αγελαδινό γάλα περιέχει 50 mg νάτριο ανά 100 γρ. και τα τεχνητά γάλατα κατά μέσο όρο 25-30 mg). O βασικός λόγος που στο φαγητό του μωρού δεν πρέπει να προσθέτετε αλάτι είναι για να μη συνηθίσει στην αλμυρή γεύση και το υπερκαταναλώνει στην ενήλικη ζωή του. H προσοχή πρέπει να είναι μεγαλύτερη αν δεν το θηλάζετε (ίσως να συνηθίσει πιο εύκολα την αλμυρή γεύση, λόγω της υψηλότερης περιεκτικότητας νατρίου στο αγελαδινό και στα τεχνητά γάλατα, σε σχέση με το μητρικό).




Tα άτομα που ιδρώνουν πολύ (αθλητές, όσοι κάνουν χειρωνακτική εργασία, αλλά και όσοι έχουν απλώς τάση για υπεριδρωσία, χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας) χρειάζονται περισσότερο αλάτι, για να αναπληρώσουν το νάτριο που χάνουν με τον ιδρώτα. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να καταναλώνουν μέχρι και 5 γρ. αλατιού την ημέρα.





Tα περισσότερα τυποποιημένα αλλά και τα συσκευασμένα τρόφιμα περιέχουν αλάτι στα συστατικά τους, το οποίο, εκτός από τη βελτίωση της γεύσης του προϊόντος, λειτουργεί και ως συντηρητικό. Έχει υπολογιστεί μάλιστα πως το 75% του νατρίου που παίρνουμε καθημερινά προέρχεται από τα βιομηχανικά επεξεργασμένα τρόφιμα. Σημαντική περιεκτικότητα σε αλάτι έχουν τα παστά τρόφιμα κάθε είδους, τα περισσότερα είδη τυριών, τα αλλαντικά, τα σνακ και οι έτοιμες σάλτσες.




Πρόσφατες έρευνες σε ανθρώπους που έπρεπε είτε να μειώσουν τη ζάχαρη λόγω διαβήτη είτε να μειώσουν το αλάτι λόγω υπέρτασης, απέδειξαν ότι πιο εύκολα μειώνει κανείς το αλάτι παρά τη ζάχαρη: Οι δεύτεροι το πέτυχαν σε διάστημα 2-3 εβδομάδων, ενώ η προσπάθεια των πρώτων μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα απέτυχε. Oι ειδικοί θεωρούν πως αυτό συμβαίνει, γιατί ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται μικρότερη ποσότητα νατρίου για τη λειτουργία του από αυτή που εμείς του δίνουμε. Άρα, η μείωση της περιττής ποσότητας δεν έχει σχέση με οργανικές ανάγκες και είναι απλώς θέμα συνήθειας.

Ακολουθήστε το στο Google News