Ο Kαιρός δεν αφορά μόνο τους αγρότες… Η πρόγνωση του καιρού μπορεί να μας βοηθήσει να σχεδιάσουμε από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σημαντικά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ειδικοί προσπαθούν να μας δίνουν όσο το δυνατόν πιο μακροπρόθεσμες και ασφαλείς προγνώσεις του καιρού. Εμείς ρωτήσαμε το μετεωρολόγο κ. Θοδωρή Κολυδά τι καιρό θα κάνει φέτος το χειμώνα και εκείνος μας εξήγη­σε, μεταξύ άλλων, τι συμβαίνει στη χώρα μας όσον αφορά τις ­μετεωρολογικές προγνώσεις, πώς θα διαμορφωθούν οι θερμοκρασίες βάσει των προβλέψεων των δύο μεγαλύτερων και αξιόπιστων ερευνητικών κέντρων, αλλά και από τι εξαρτάται το αν θα έχουμε αποθέματα νερού.





Γενικά το χειμώνα, καθώς κάνει κρύο και ευνοούνται οι συγκεντρώσεις σε κλειστούς χώρους, μεταδίδονται ευκολότερα οι ιώσεις. Ο φετινός χειμώνας φαίνεται ότι κατά μέσο όρο θα είναι το ίδιο κρύος και βροχερός με τους ­περασμένους, οπότε οι ειδικοί αναμένουν ότι θα υπάρχουν -κατά το σύνηθες- αρκετές ιώσεις (κυρίως του ανώτερου αναπνευστικού). Από τον κρύο καιρό και τις λοιμώξεις αυτές κινδυνεύουν περισσότερο:

Οι ηλικιωμένοι (κυρίως άνω των 75 ετών).

Οι καπνιστές.

Όσοι πάσχουν από χρόνια νοσήματα (κυρίως αναπνευστικά και καρδιαγγειακά). Οι παραπάνω κατηγορίες επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο όταν τα ­καιρικά φαινόμενα είναι ακραία (χαμηλές θερμοκρασίες). Έχει άλλωστε φανεί ότι αυξάνεται η θνησιμότητα όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από τους 22 βαθμούς Κελσίου, καθώς και όταν αυξάνονται πολύ τα ποσοστά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Όσον αφορά τα παιδιά, πιο ευάλωτα στις ιώσεις είναι τα μικρότερα των 4 ετών ή όσα αντιμετωπίζουν αναπνευστικά προβλήματα (π.χ. άσθμα).






Ο γενικός κανόνας είναι να εμπιστευόμαστε προγνώσεις της τάξης των 5-6 ημερών και σπανιότερα περισσότερων -π.χ. 10- όταν η κυκλοφορία των συστημάτων που επηρεάζουν τον καιρό τη συγκεκριμένη περίοδο είναι εύκολα προβλέψιμη. Για τη χώρα μας, ισχύει η δυνατότητα πρόγνωσης μέχρι 5 ημέρες. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι περιορισμένες οι μετρήσεις της θερμοκρασίας της θάλασσας σε σχέση με άλλες πε­ριοχές (π.χ. Βόρεια Θάλασσα κ.α.), ­μέθοδος που αποτελεί ένα από τα ­βασικά μέσα για τις μακροχρόνιες μετεωρολογικές προβλέψεις. Επίσης, επειδή στη χώρα μας η γεωμορφολογία είναι ιδιαίτερη (π.χ. υπάρχουν αρκετά βουνά), μπορεί να επηρεαστεί εύκολα η διαμόρφωση του καιρού, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία, για παράδειγμα, χάρη στην «εύκολη» γεωμορφολογία της χώρας, η πρόγνωση του καιρού είναι μηνιαία και αξιόπιστη.




Τα δύο σημαντικότερα ερευνητικά κέντρα όσον αφορά την πρόγνωση του καιρού, το ευρωπαϊκό E.C.M.W.F. (European Centre for Medium-Range Weather Forecasts) και το αμερικανικό Ι.R.I. (International Research Institute) του Πανεπιστημίου Κολούμπια, δείχνουν να συμφωνούν σε γενι­κές γραμμές σχετικά με τις ­προγνώσεις τους για τον καιρό του φετινού χειμώνα. Από αυτές φαίνεται ότι:

● Η μέση θερμοκρασία στην Ελλάδα, καθώς και στην κεντρική Μεσόγειο, θα είναι υψηλότερη κατά μισό βαθμό Κελσίου σε σύγκριση με τα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα. ­Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αύξηση αυτή θεω­ρείται αμελητέα.

● Οι βροχές στην Ελλάδα θα κυμανθούν πιθανότατα στο μέσο όρο και θα είναι ικανοποιητικές.

● Στη διπλανή μας Ιταλία θα υπάρχουν πολλές βροχοπτώσεις και μάλιστα με μεγάλη διάρκεια, πρόγνωση που θα μπορούσε εύκολα -αν επηρεα­στούν λίγο οι παράμετροι- να ισχύσει και για τη χώρα μας.

● Στη δυτική και τη βόρεια Ευρώπη οι θερμοκρασίες θα είναι οι φυσιολογι­κά αναμενόμενες για την εποχή. Όσον αφορά τις χιονοπτώσεις, οι ειδι­κοί εξηγούν ότι, επειδή επηρεάζονται εύκολα από πολλούς παρά­γοντες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνουν προγνώσεις, παρά μόνο αν αφορούν το άμεσο χρονικό διάστημα (τις επόμενες 5-10 ημέρες).





Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν παρατηρήσει ότι, όταν έβρεχε στο Ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα, έβρεχε παντού στην Ελλάδα – οι σημερινοί επιστήμονες το επιβεβαιώνουν και μία από τις εξηγήσεις που δίνουν είναι ότι αυτό το φαινόμενο οφείλεται στο εξαιρετικά ξηρό κλίμα της περιοχής, που καθιστά σπάνιες τις βροχοπτώσεις. Έτσι, όταν βρέξει στο συγκεκριμένο σημείο της Αίγινας, θα βρέξει και στην υπόλοιπη Ελλάδα.






Η αλήθεια είναι ότι το φετινό φθινόπωρο ήταν αρκετά γενναιόδωρο όσον αφορά το νερό που «προσέφερε» στη χώρα μας. Φαίνεται ότι, σύμφωνα με τις μετρήσεις που έγιναν μέχρι τον Οκτώβριο, οι βροχοπτώσεις στη χώρα μας επέφεραν -σε σχέση με το μέσο όρο- πλεόνασμα νερού στην περιοχή της Αθήνας, αλλά και έλλειμμα αλλού (π.χ. στη Θεσσαλονίκη). Το πιο ανησυχητικό, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι το έλλειμμα που παρατηρείται στην περιοχή της Λαμίας και γενικότερα στη Θεσσαλία (σε ποσοστό 30% περίπου, σε σχέση με το μέσο όρο), γεγονός που προκαλεί πρόβλημα τόσο στο πότισμα των καλλιεργειών όσο και στην υδροδότηση των σπιτιών της περιοχής.

Αφού, όμως, έβρεξε τόσο πολύ, πώς μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Πώς είναι δυνατό να μην εμπλουτίστηκε σημαντικά ο υδροφόρος ορίζοντας; Το πρόβλημα είναι ότι οι αριθμοί μπορεί να μας «κοροϊδέψουν», γιατί, όταν η βροχή πέφτει μεν σε μεγάλες ποσότητες, αλλά σε μορφή καταιγίδας, το νερό δεν απορροφάται από τον υδροφόρο ορίζοντα, ενώ, αντίθετα, μέχρι και το 90% της ποσό­τητάς του μπορεί να «φύγει» στη θάλασσα. Για να εμπλουτιστεί ο υδροφόρος ορίζοντας, πολύ βοηθητικές είναι οι σιγανές βροχές. ●




Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον κ. Θοδωρή Κολυδά, μαθηματικό-μετεωρολόγο και διευθυντή Παροχής Υπηρεσιών της Ε.Μ.Υ.