Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Consumer Research», όσοι πηγαίνουν στο σουπερμάρκετ με την κάρτα στο χέρι (είτε πιστωτική είτε απλής ανάληψης), τείνουν να ψωνίζουν πολύ πιο ανθυγιεινά τρόφιμα. Όσοι απεναντίας προτιμούν να ψωνίζουν με μετρητά, αγοράζουν κατά κανόνα περισσότερα φρούτα και λαχανικά. Το μόνο μειονέκτημα της έρευνας είναι ότι έγινε στις ΗΠΑ, όπου η συντριπτική πλειονότητα ψωνίζει με κάρτες και όχι με μετρητά – εκεί, δηλαδή, το μη πλαστικό χρήμα αποτελεί την εξαίρεση σε όλες τις συναλλαγές, εκτός από τις πολύ μικρές, όπως είναι π.χ. η αγορά εφημερίδων. Κατά συνέπεια, η έρευνα ίσως να μην ανταποκρίνεται απόλυτα στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.


Εντούτοις, αυτό που διαπιστώνουν οι ερευνητές σε ένα ποσοστό οπωσδήποτε ευσταθεί, γιατί ερμηνεύει την τάση με μια πανανθρώπινη λογική: «Όλοι οι καταναλωτές», λέει ο επικεφαλής της έρευνας, κ. Manoj Thomas από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ, «αισθάνονται άσχημα να δίνουν «ζεστό χρήμα» ή μετρητά και η αγοραπωλησία με χαρτονομίσματα και κέρματα τους είναι σχεδόν οδυνηρή. Όταν απεναντίας πληρώνουν με κάρτα, παρότι ασφαλώς γνωρίζουν ότι αυτά τα χρήματα αφαιρούνται από τον καταθετικό λογαριασμό τους ή από την τράπεζα που τους έχει κάνει πίστωση, νιώθουν πολύ πιο ευχάριστα. Καθώς, λοιπόν, πληρώνουν μετρητά, βιώνουν μια «τραυματική εμπειρία» και τείνουν να μην αγοράζουν τρόφιμα που θα τους έβλαπταν, αλλά παίρνουν κάτι που τουλάχιστον να θωρακίζει κάπως την υγεία τους, δηλαδή είδη υγιεινής διατροφής ή φρούτα, λαχανικά και γενικά τρόφιμα με αντιοξειδωτικά και ίνες».


Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα παρακολουθώντας και αναλύοντας την καταναλωτική συμπεριφορά 1.000 νοικοκυριών επί 1 εξάμηνο. Η έρευνα έγινε στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να προσδιοριστούν οι παρορμητικές αγορές που κάνουμε οι περισσότεροι και οι οποίες συνήθως αφορούν πρόχειρο και ανθυγιεινό φαγητό, γλυκά, επεξεργασμένα τρόφιμα κλπ. Πιστεύουν, μάλιστα, ότι η άνοδος στη χρήση των πιστωτικών καρτών είναι μία από τις βασικές αιτίες της επιδημίας της παχυσαρκίας, που πλήττει τα τελευταία 30 χρόνια κυρίως την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.