«Υπάρχουν λίγα διαθέσιμα στοιχεία ότι τα κοινά συμπληρώματα διατροφής μπορούν να είναι ευεργετικά στην πρόληψη σημαντικών χρόνιων ασθενειών», δήλωσε ο δρ. Jaakko Mursu από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας της οποίας ήταν επικεφαλής. «Εκτός από την περίπτωση της ανεπάρκειας, δύσκολα μπορεί να βρεθεί κάποιος λόγος λήψης τους», συμπληρώνει ο ίδιος.


Ο δρ. Mursu και οι συνεργάτες του εξέτασαν στοιχεία από 39.000 μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες που συμμετείχαν στη μελέτη «Iowa Women’s Health Study» και συμπλήρωσαν σχετικά ερωτηματολόγια από το 1986. Οι γυναίκες ρωτήθηκαν όσον αφορά τη λήψη πολυβιταμινών (βιταμίνες A, C, D, E και β-καροτίνη, βιταμίνες του συμπλέγματος Β και μεταλλικά στοιχεία όπως το ασβέστιο, ο ψευδάργυρος, το μαγνήσιο και το σελήνιο).


Κατά τη διάρκεια της έρευνας, τα συμπληρώματα αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή. Μεταξύ του 1986 και του 2004 το ποσοστό των γυναικών που τα λάμβαναν αυξήθηκε από 63% σε 85%.


Μόνο τα συμπληρώματα ασβεστίου φάνηκε να συσχετίζονται με μείωση του κινδύνου θανάτου κατά τη διάρκεια των 19 ετών της παρακολούθησης των γυναικών. Το ποσοστό θανάτου όσων τα λάμβαναν ήταν 37%, ενώ όσων δεν τα λάμβαναν ήταν 43%.


Αντιθέτως, για τα υπόλοιπα συμπληρώματα η εικόνα των ποσοστών θανάτου ήταν αντίστροφη. Χαμηλότερα ποσοστά για τους μη χρήστες (40%) και υψηλότερα για τους χρήστες.


Ενδεχομένως η βιταμίνη D να αποτελεί μια πιθανή εξαίρεση, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεδομένου ότι μια πρόσφατη έρευνα τη συνδέει με τη μακροζωία.


Από την άλλη μεριά, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η έρευνά τους δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα συμπληρώματα είναι επιβλαβή, αλλά μάλλον ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ωφέλειά τους.