Η θλίψη και ο πόνος από την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου δεν είναι ψυχική νόσος που πρέπει να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή, όπως τα αντικαταθλιπτικά, αναφέρουν οι ειδικοί. Σε άρθρο στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet», κορυφαίοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι η θλίψη δεν απαιτεί ψυχιατρική αντιμετώπιση και ότι η «νομιμοποίηση» της αντιμετώπισής της με αντικαταθλιπτικά είναι «επικίνδυνα απλοϊκή και λανθασμένη».

Πρόκειται για μια επιστημονική διαμάχη που έχει ξεσπάσει αφότου η Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση έλαβε την απόφαση να κατηγοριοποιήσει τη θλίψη ως μια ψυχική νόσο στην αναμενόμενη πέμπτη έκδοση του DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), ένα επιστημονικό εργαλείο που θεωρείται η «βίβλος» των ψυχιάτρων και το οποίο αναμένεται το 2013.

Οι υπογράφοντες το άρθρο στο «The Lancet» αναφέρουν ότι σε σπάνιες περιπτώσεις η απώλεια μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε σοβαρή κατάθλιψη που έχει ανάγκη φαρμακευτικής αγωγής. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι για την πλειονότητα των ανθρώπων που πενθούν «οι γιατροί είναι προτιμότερο να προσφέρουν στους ασθενείς χρόνο, συμπόνια και συμπαράσταση παρά χάπια».

Επιπλέον, στο αναμενόμενο DSM-5 μειώνεται το διάστημα «εξαίρεσης πένθους». Πρόκειται για ένα χρονικό διάστημα μετά την απώλεια όπου ο άνθρωπος που πενθεί δεν μπορεί να διαγνωστεί ως καταθλιπτικός. Στο παλαιότερο DSM-ΙΙΙ αυτό το διάστημα ήταν ένα έτος – αναγνωριζόταν δηλαδή ότι ο πόνος της απώλειας περνάει μετά από τον χρόνο για τους περισσότερους ανθρώπους και μπορούν σταδιακά να επιστρέψουν στους ρυθμούς της ζωής τους.

Στο τρέχον DSM-ΙV, το διάστημα αυτό μειώθηκε στους 2 μήνες -γεγονός που σημαίνει ότι μετά το δίμηνο μπορούν να χορηγηθούν αντικαταθλιπτικά-, ενώ στο αναμενόμενο DSM-5 η εν λόγω χρονική περίοδος εκτιμάται ότι θα μειωθεί στις 2 εβδομάδες.

Δείτε επίσης: