Ακόμα και όταν δεν βρισκόμαστε σε μια φάση που θέλουμε να κάνουμε παιδί, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε τα μέτρα μας, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σχετικά με το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον και πώς πιθανώς θα αλλάξουν οι επιθυμίες και οι ανάγκες μας. Οταν όμως είμαστε σε εκείνη την περίοδο της ζωής μας που έχουμε αποφασίσει ότι θέλουμε στο άμεσο μέλλον ή ακόμα και λίγο αργότερα να μεγαλώσουμε την οικογένειά μας, η γονιμότητα θα πρέπει να μας απασχολεί. Αφήνοντας το στρες, που σίγουρα της κάνει κακό, στην άκρη, μαθαίνουμε τα πάντα γύρω από τη φυσική μας τάση που δεν είναι άλλη από την αναπαραγωγή.

Πώς θα προστατέψουμε τη γονιμότητά μας

Για να καταφέρουμε οι γυναίκες να διαφυλάξουμε τη γονιμότητα μας, είναι σκόπιμο:
– Να φροντίζουμε να διατηρούμε το βάρος μας φυσιολογικό. Αυτό σημαίνει ότι μια γυναίκα, για να έχει καλή ωορρηξία, είναι σημαντικό να έχει κάποιο ποσοστό λίπους στο σώμα της. Τα οιστρογόνα, η βασική ορμόνη που σχετίζεται με την καλή λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος, αποθηκεύονται στο λίπος, οπότε το ιδανικό είναι οι γυναίκες να έχουν 22% με 25% του σώματός τους λίπος, ποσοστό το οποίο όταν πέφτει κάτω από το 19% μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα με την ωορρηξία. Τις περισσότερες φορές βέβαια οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα γονιμότητας επειδή είναι πολύ αδύνατες καταφέρνουν να ανατρέψουν την κατάσταση μόλις πάρουν λίγα κιλά. Από την άλλη πλευρά, και το να είναι μια γυναίκα υπέρβαρη μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για τη γονιμότητα, αφού, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι πιθανόν οι γυναίκες των οποίων το βάρος είναι 20% περισσότερο από το φυσιολογικό, που μεταφράζεται σε έναν δείκτη μάζας σώματος μεγαλύτερο του 25, να παράγουν από τη μια πλευρά ναι μεν πάρα πολλά οιστρογόνα, αλλά από την άλλη πλευρά πάρα πολλά ανδρογόνα, που επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμότητα. Οπως και με τις πολύ αδύνατες, έτσι και οι υπέρβαρες γυναίκες μπορούν να βελτιώσουν τη γονιμότητά τους αν χάσουν βάρος.
– Να μην καπνίζουμε. Εκτός από τους χιλιάδες άλλους λόγους που έχουμε για να μην καπνίζουμε, η προστασία της γονιμότητας είναι ένας ακόμα, αφού, σύμφωνα με τους γυναικολόγους, οι τοξικές ουσίες που περιέχουν τα τσιγάρα μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τα ωάρια. Επίσης, σύμφωνα με έρευνες, στις καπνίστριες – όπως και στις πολύ υπέρβαρες – η εμμηνόπαυση έρχεται νωρίτερα από ό,τι σε όσες δεν καπνίζουν.  
– Να προσέχουμε τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (π.χ. χλαμύδια, βλεννόρροια) γιατί μπορεί να προκαλέσουν υπογονιμότητα. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να χρησιμοποιούμε προφυλακτικό στις επαφές μας και να επισκεπτόμαστε τον γυναικολόγο μας τακτικά (π.χ. για το τεστ Παπανικολάου μία φορά τον χρόνο), αλλά επιπλέον και όταν παρατηρούμε περίεργα συμπτώματα (π.χ. αυξημένες κολπικές εκκρίσεις, πόνο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, αίμα μετά τη σεξουαλική επαφή κ.ά.).
– Να αποφεύγουμε το πολύ αλκοόλ, τον πολύ καφέ και την εξαντλητική γυμναστική γιατί έχει επίσης βρεθεί ότι μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη γονιμότητα.

Οι εχθροί της ανδρικής γονιμότητας

Περίπου όπως και στις γυναίκες, έτσι και στους άνδρες έχει βρεθεί ότι υπάρχουν παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος. Τέτοιοι είναι η παχυσαρκία, το αλκοόλ, το στρες, το κάπνισμα, η έκθεση σε ρύπανση και ακτινοβολία (π.χ. εξαιτίας των κινητών τηλεφώνων), τα φυτοοιστρογόνα (ορμόνες που περιέχονται σε υψηλή συγκέντρωση στη σόγια, στην μπίρα, στο κρασί, στον καφέ και στους ξηρούς καρπούς) και η χρήση στεροειδών (συχνά από νέους άνδρες αθλητές που επιθυμούν να αυξήσουν τη μυϊκή τους μάζα και χρησιμοποιούν αυτόν τον λανθασμένο τρόπο). Ερευνες έχουν επίσης δείξει ότι η θερμοκρασία που αυξάνεται στην περιοχή του οσχέου εξαιτίας της τοποθέτησης του λάπτοπ στα πόδια ή της χρήσης πολύ στενών εσωρούχων και παντελονιών ή της πολύωρης οδήγησης επηρεάζει την ποιότητα του σπέρματος. Φυσικά και οι άνδρες, όπως και οι γυναίκες, δεν θα πρέπει να αμελούν την επίσκεψη στον ουρολόγο όταν έχουν ύποπτα ή ανησυχητικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να υποκρύπτουν κάποια πάθηση, φλεγμονή ή μόλυνση (πόνος, αίμα κ.ά.) που να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη γονιμότητα (π.χ. κιρσοκήλη, ορχίτιδα, προστατίτιδα, μόλυνση από κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα κ.ά.).

Η διατροφή που ενισχύει τη γονιμότητα

Υπάρχουν κάποια στοιχεία τροφίμων που μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της γονιμότητας τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών. Ετσι οι άνδρες που επιθυμούν να γίνουν σύντομα μπαμπάδες είναι καλό να προτιμάνε τρόφιμα πλούσια σε βιταμίνη Β12, που παίρνουμε από ζωικές τροφές και κυρίως από τα χτένια, το συκώτι αρνιού, το χταπόδι και τις σουπιές. Επίσης το σελήνιο (υπάρχει στον μπακαλιάρο, το συκώτι γαλοπούλας και κοτόπουλου), η βιταμίνη Ε (βασικό συστατικό του ελαιολάδου) και η βιταμίνη C (τη βρίσκουμε στα εσπεριδοειδή, στο ακτινίδιο, στις φράουλες, στην πιπεριά και στην ντομάτα) ενισχύουν το σπέρμα, βελτιώνοντας την ποιότητά του και την κινητικότητά του. Ειδικά για τις γυναίκες φαίνεται να είναι πολύ βοηθητική η βιταμίνη Β6 που υπάρχει σχεδόν σε όλα τα τρόφιμα, αλλά κυρίως στις πατάτες, στα όσπρια, στο κρέας, στο συκώτι, στα λαχανικά και στα δημητριακά. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες φαίνεται ότι μπορούν να ωφεληθούν πολύ από τα ω-3 και τα ω-6 λιπαρά οξέα που βρίσκουμε στα ψάρια και τα φυτικά έλαια, Επίσης, πολύ σημαντικό είναι το φυλλικό οξύ (σημαντικές πηγές του είναι τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, αλλά περιέχεται και σε ειδικά συμπληρώματα που συστήνονται σε γυναίκες που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυοι, καθώς και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης), καθώς και ο ψευδάργυρος (τον βρίσκουμε στα στρείδια, στο ταχίνι, στον πασατέμπο, στο σουσάμι και στο μοσχαρίσιο συκώτι).

Οταν αργεί ο πελαργός

Η υπογονιμότητα είναι ένα όλο και πιο συνηθισμένο και συχνό πρόβλημα όσο περνάνε τα χρόνια. Σίγουρα παίζουν ρόλο το στρες και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, εξαιτίας του οποίου τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες εκτίθενται σε τοξικούς και καταστροφικούς, για το σπέρμα και τα ωάριά τους αντίστοιχα, παράγοντες. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι στην εποχή μας παίζουν επίσης ρόλο, από τη μια πλευρά, οι όλο και πιο προχωρημένες ηλικίες στις οποίες αποφασίζουν τα σύγχρονα ζευγάρια να δημιουργήσουν οικογένεια, αφού πρώτα έχουν προχωρήσει τις σπουδές και την καριέρα τους, έχουν κάπως τακτοποιήσει τα οικονομικά τους, έχουν «ζήσει» τη ζωή τους και έχουν βρει τον κατάλληλο σύντροφο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, που κάνουν πολύ συχνά την εμφάνισή τους, αλλά και οι αμβλώσεις που –  άλλες φορές περισσότερο και άλλες λιγότερο – επηρεάζουν τη γονιμότητα με διάφορους τρόπους.

Ποιος «φταίει»;

Ως υπογονιμότητα ορίζεται από τους επιστήμονες η αδυναμία ενός ζευγαριού να συλλάβει ύστερα από 12 μήνες ελεύθερων και τακτικών ερωτικών επαφών. Σύμφωνα με τις στατιστικές, το 8% με 12% των ζευγαριών, στα οποία οι γυναίκες βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας, αριθμός που μεταφράζεται σε 50 με 80 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Συχνά – και λανθασμένα, όπως τονίζουν οι ειδικοί – η υπογονιμότητα θεωρείται γυναικείο «πρόβλημα», αν και σύμφωνα με όλες τις έρευνες τουλάχιστον στις μισές περιπτώσεις υπογονιμότητας και δυσκολίας να συλλάβει ένα ζευγάρι την «ευθύνη» την έχει ο άνδρας. Συχνά μάλιστα, όταν μιλάμε για ανδρική υπογονιμότητα, η αιτία βρίσκεται στα γονίδια, είναι γενετική, σχετίζεται με τη σπερματογένεση και αφορά περίπου τον 1 στους 1.000 άνδρες. Σημαντικό είναι να σημειώσουμε επίσης ότι ένα 20% περίπου της υπογονιμότητας δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στη γυναίκα ούτε στον άνδρα και θεωρείται ανεξήγητης αιτιολογίας. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η υπογονιμότητα, εκτός από τη γονιδιακή αιτιολογία, μπορεί να είναι αποτέλεσμα των ανεπιθύμητων επιπτώσεων των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων ή και φλεγμονών του ουροποιητικού και γενετικού συστήματος των ανδρών ή των γυναικών αντίστοιχα.

Η σημασία της ηλικίας

Ολοι γνωρίζουν ότι, κυρίως όσον αφορά τις γυναίκες, η γονιμότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ηλικία. Ετσι οι καλύτερες ηλικίες για να μείνει έγκυος μια γυναίκα είναι θεωρητικά ανάμεσα στα 20 και τα 30. Από την άλλη πλευρά όμως, λόγω των σύγχρονων συνθηκών ζωής και υποχρεώσεων, πολλές γυναίκες αρχίζουν να σκέφτονται τη δημιουργία οικογένειας αργότερα. Οι ειδικοί εξηγούν πως χονδρικά μέχρι την ηλικία των 35 ετών οι γυναίκες μπορούν με σχετική ασφάλεια να περιμένουν πως θα μπορέσουν να επιτύχουν μια εγκυμοσύνη. Είναι όμως γεγονός ότι όσο αυξάνεται η ηλικία τόσο μειώνεται η γονιμότητα. Οσον αφορά τους άνδρες, τα αποτελέσματα των ερευνών είναι αντικρουόμενα και δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο αν επηρεάζεται και πόσο η ποιότητα του σπέρματος όσο εκείνοι μεγαλώνουν. Πιθανώς και η ανδρική γονιμότητα να παρουσιάζει μια πτωτική καμπύλη καθώς περνάνε τα χρόνια, αλλά σίγουρα όχι τόσο μεγάλη όσο εκείνη των γυναικών αντίστοιχα.

Ο ψυχολογικός παράγοντας

Το στρες αυξάνει την προλακτίνη των γυναικών και εκείνη με τη σειρά της επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα. Γι’ αυτό και έχει φανεί ότι γυναίκες που είχαν πολύ πιεστικά προγράμματα και χαλάρωσαν ή ξεκουράστηκαν κατάφεραν να πετύχουν μια εγκυμοσύνη. Αντίστοιχα το στρες επηρεάζει και την ποιότητα του σπέρματος. Συχνά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η υπογονιμότητα και η προσπάθεια απόκτησης παιδιού που δεν ευοδώνεται προκαλεί πίεση και στενοχώρια τόσο στη γυναίκα όσο και στον άνδρα. Τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα που τη συνοδεύουν είναι η απογοήτευση, η ανασφάλεια, η χαμηλή αυτοπεποίθηση, το αίσθημα έλλειψης ελέγχου. Επιπλέον, ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αποκτήσει παιδιά και δεν τα καταφέρνει βιώνει μεγάλο στρες και είναι πολύ πιθανό να δοκιμαστεί και να χαλάσει ακόμα και η σχέση των δύο συντρόφων. Μεγάλο ρόλο σε όλα αυτά παίζουν η οικογένεια και η κοινωνία που δεν κρατούν διακριτικό ρόλο. Ετσι η υπογονιμότητα γίνεται συχνά μια βασική πηγή αίσθησης κοινωνικού αποκλεισμού.