Για δεκαετίες, ο προληπτικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού βασίστηκε σε έναν απλό κανόνα: οι περισσότερες γυναίκες ξεκινούν τις ετήσιες μαστογραφίες γύρω στα 40 ή 50 έτη, ανεξάρτητα από το προσωπικό τους προφίλ υγείας. Ωστόσο, μια νέα μεγάλης κλίμακας μελέτη δείχνει ότι αυτή η «μία λύση για όλες» προσέγγιση ίσως δεν είναι η πιο ασφαλής ούτε η πιο αποτελεσματική.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης WISDOM (Women Informed to Screen Depending On Measures of risk), που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA και παρουσιάστηκε στο Συνέδριο Καρκίνου του Μαστού στο Σαν Αντόνιο, η εξατομίκευση του προληπτικού ελέγχου με βάση τον ατομικό κίνδυνο κάθε γυναίκας μπορεί να μειώσει τα περιστατικά προχωρημένου καρκίνου του μαστού, χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα της πρόληψης.
Γιατί η ηλικία δεν λέει όλη την αλήθεια
Ο καρκίνος του μαστού είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου στις γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξαιρουμένων των καρκίνων του δέρματος. Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλες. Παράγοντες όπως η γενετική προδιάθεση, η πυκνότητα του μαστού, το οικογενειακό ιστορικό, ο τρόπος ζωής και το ιατρικό παρελθόν παίζουν καθοριστικό ρόλο.
«Η εξατομικευμένη προσέγγιση ξεκινά με την εκτίμηση κινδύνου, ενσωματώνοντας γενετικούς, βιολογικούς και παράγοντες τρόπου ζωής», εξηγεί η Λόρα Έσερμαν, διευθύντρια του Κέντρου Φροντίδας Μαστού του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο και επικεφαλής της μελέτης.
Τι έδειξε η μελέτη WISDOM
Η πρώτη φάση της μελέτης περιέλαβε δεδομένα από περίπου 46.000 γυναίκες στις ΗΠΑ. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο διαφορετικές στρατηγικές: την καθιερωμένη ετήσια μαστογραφία και έναν έλεγχο προσαρμοσμένο στον ατομικό κίνδυνο.
Με τη χρήση ειδικών μοντέλων εκτίμησης κινδύνου, οι συμμετέχουσες κατατάχθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες:
-
Χαμηλού κινδύνου (26%): ο έλεγχος μπορούσε να καθυστερήσει έως τα 50 έτη ή έως ότου ο κίνδυνος αυξηθεί.
-
Μέσου κινδύνου (62%): σύσταση για μαστογραφία κάθε δύο χρόνια.
-
Αυξημένου κινδύνου (8%): ετήσια μαστογραφία.
-
Υψηλού κινδύνου (2%): έλεγχος δύο φορές τον χρόνο, με εναλλαγή μαστογραφίας και μαγνητικής τομογραφίας, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το σημαντικό εύρημα ήταν ότι η εξατομικευμένη στρατηγική δεν οδήγησε σε περισσότερες διαγνώσεις καρκίνου σε προχωρημένο στάδιο. Αντίθετα, προσέφερε πιο στοχευμένη προστασία σε όσες το χρειάζονταν πραγματικά.
Πρόληψη πέρα από τις εξετάσεις για τον καρκίνο του μαστού
Οι γυναίκες με αυξημένο ή υψηλό κίνδυνο δεν έλαβαν μόνο πιο συχνό έλεγχο, αλλά και εξατομικευμένη καθοδήγηση για τη μείωση του κινδύνου. Αυτό περιλάμβανε πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία ενημέρωσης, επικοινωνία με ειδικούς και συζητήσεις για αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως η διατροφή και η σωματική δραστηριότητα.
Η αποδοχή της προσέγγισης ήταν εντυπωσιακή: το 89% των γυναικών που είχαν τη δυνατότητα επιλογής προτίμησε τον έλεγχο βάσει κινδύνου αντί της τυπικής ετήσιας μαστογραφίας.
Ο ρόλος της γενετικής πληροφορίας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης ήταν η διεύρυνση του γενετικού ελέγχου. Περίπου το 30% των γυναικών που βρέθηκαν να φέρουν γενετικές παραλλαγές υψηλού κινδύνου δεν είχαν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού – κάτι που σημαίνει ότι, με βάση τις σημερινές οδηγίες, πιθανότατα δεν θα είχαν εξεταστεί ποτέ.
Εκτός από γνωστές μεταλλάξεις, όπως οι BRCA1 και BRCA2, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν και έναν πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου, βελτιώνοντας την ακρίβεια της πρόβλεψης και αλλάζοντας την κατηγορία κινδύνου για το 12–14% των συμμετεχουσών.
Προς ένα νέο μοντέλο πρόληψης
Η μελέτη WISDOM συνεχίζεται με τη φάση 2.0, με στόχο ακόμη πιο ακριβή εκτίμηση κινδύνου και καλύτερα προσαρμοσμένες στρατηγικές πρόληψης. Τα αποτελέσματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι το μέλλον της πρόληψης δεν βρίσκεται σε γενικούς κανόνες, αλλά σε λύσεις που λαμβάνουν υπόψη τη μοναδικότητα κάθε γυναίκας.
Όπως τονίζουν οι ερευνητές, η εξατομίκευση δεν σημαίνει λιγότερη πρόληψη — σημαίνει πιο έξυπνη πρόληψη.