Εδώ και χρόνια είναι γνωστό ότι τα εμφράγματα τείνουν να είναι πιο σοβαρά τις πρωινές ώρες σε σχέση με τη νύχτα. Οι καθημερινές διακυμάνσεις στις ορμόνες του στρες και στην αρτηριακή πίεση έχουν μελετηθεί εκτενώς, υπογραμμίζοντας τον σημαντικό ρόλο που παίζει ο κιρκάδιος ρυθμός στην καρδιαγγειακή υγεία. Ωστόσο, αυτοί δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που επηρεάζουν τη σοβαρότητα ενός καρδιακού επεισοδίου.
Ο ρόλος του ανοσοποιητικού και των ουδετερόφιλων
Οι ανοσολογικές αντιδράσεις ακολουθούν επίσης το βιολογικό ρολόι του οργανισμού. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα ουδετερόφιλα, ο πιο κοινός τύπος λευκών αιμοσφαιρίων, προκαλούν μεγαλύτερη βλάβη στους ιστούς σε φλεγμονώδεις καταστάσεις, όπως τα εμφράγματα, κατά τη διάρκεια της ημέρας σε σχέση με τη νύχτα.
Στον τομέα της καρδιοανοσολογίας, τα ουδετερόφιλα συχνά περιγράφονται ως «πρώτοι ανταποκριτές» λόγω της ταχύτητας με την οποία φτάνουν στο σημείο του τραύματος. Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί και ως «στρατιώτες» ή «ομάδες κατεδάφισης», εξαιτίας της εκτεταμένης φλεγμονής που μπορούν να προκαλέσουν στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν πιθανές λοιμώξεις.
Τα νέα ευρήματα για τα εμφράγματα
Οι επιστήμονες έχουν ήδη εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στα ουδετερόφιλα και τη μεγαλύτερη σοβαρότητα των πρωινών εμφραγμάτων.
Η νέα μελέτη, όμως, προσφέρει ένα επιπλέον στοιχείο που εξηγεί όχι μόνο γιατί τα ουδετερόφιλα είναι πιο επιθετικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και πώς — με παρεμβάσεις στο εσωτερικό τους «ρολόι» — θα μπορούσαν να τροποποιηθούν ώστε να προκαλούν λιγότερη βλάβη σε περιπτώσεις μη λοιμώδους φλεγμονής, όπως τα εμφράγματα, χωρίς να χάνουν την ικανότητά τους να εξουδετερώνουν παθογόνα.
«Γυρίζοντας» τον διακόπτη
Η νέα ανακάλυψη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Experimental Medicine, είναι το αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας. Η ίδια διεθνής ομάδα επιστημόνων, από το Centro Nacional de Investigaciones Cardiovasculares της Ισπανίας και τη Σχολή Ιατρικής του Yale, είχε ήδη χαρτογραφήσει το 2019 τα μοριακά στοιχεία που ρυθμίζουν το «ρολόι» των ουδετερόφιλων, ενώ το 2020 παρουσίασε επιπλέον επιβεβαιωτικά δεδομένα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το εσωτερικό ρολόι των ουδετερόφιλων λειτουργεί μέσω δύο διακριτών μοριακών «διακοπτών»:
- της πρωτεΐνης Bmal1, που ενεργοποιεί τα ουδετερόφιλα κατά τη διάρκεια της ημέρας, και
- του υποδοχέα CXCR4, ο οποίος τα αναστέλλει τη νύχτα.
Τι έδειξε η ανάλυση των ασθενών
Για τη νέα μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν ιατρικά δεδομένα περισσότερων από 2.000 ασθενών που είχαν υποστεί έμφραγμα με ανάσπαση του ST διαστήματος (ο πιο σοβαρός τύπος καρδιακής προσβολής). Σύμφωνα με τα ευρήματα, η σοβαρότητα της καρδιακής βλάβης φάνηκε να συνδέεται άμεσα με τα επίπεδα των ουδετερόφιλων.
Όσοι υπέστησαν έμφραγμα το πρωί — όταν η δραστηριότητα των ουδετερόφιλων βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο — εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη καρδιακή βλάβη σε σχέση με όσους είχαν επεισόδιο τη νύχτα, αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές.
Τα επόμενα βήματα
Ακολούθησε μια σειρά πειραμάτων σε ποντίκια, τα οποία επιβεβαίωσαν το μοτίβο που είχε ήδη παρατηρηθεί στους ανθρώπους. Τα εμφράγματα που προκλήθηκαν το πρωί φάνηκαν να οδηγούν σε μεγαλύτερη καρδιακή βλάβη, ακολουθώντας την ίδια τάση με τα κλινικά δεδομένα.
Οι ερευνητές στη συνέχεια, προκάλεσαν καρδιακό τραυματισμό σε ποντίκια των οποίων τα ουδετερόφιλα είχαν τροποποιηθεί γενετικά ώστε να απενεργοποιηθεί η πρωτεΐνη Bmal1 — ο «ημερήσιος διακόπτης» που αυξάνει τη δραστηριότητά τους. Όπως αναμενόταν, η ημερήσια δράση των ουδετερόφιλων ήταν μειωμένη στα τροποποιημένα ζώα, τα οποία εμφάνισαν σημαντικά μικρότερη καρδιακή βλάβη.
Τα ουδετερόφιλα σε “night mode”
Κατόπιν των αποτελεσμάτων, η ερευνητική ομάδα έλεγξε την βασική της υπόθεση: Μπορούσαν άραγε, να «ελέγξουν» τους «εσωτερικούς διακόπτες» των ουδετερόφιλων και να περιορίσουν τις κιρκάδιες διακυμάνσεις τους; Εάν ναι, τότε ίσως θα ήταν δυνατό να ρυθμιστεί η ανοσολογική απόκριση κατά τη διάρκεια μιας φλεγμονώδους κρίσης. Με αυτόν τον τρόπο, η βλάβη στους ιστούς θα μπορούσε να μειωθεί, χωρίς όμως να χαθεί η ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει παθογόνα.
Με απλά λόγια, η διατήρηση των ουδετερόφιλων σε «νυχτερινή λειτουργία» (“night mode”) θα μπορούσε να οδηγήσει σε λιγότερο σοβαρά εμφράγματα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Τι ισχύει για τους ανθρώπους;
Ενώ τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, οι ερευνητές σημειώνουν ότι η εφαρμογή τους σε ανθρώπους θα χρειαστεί χρόνο. Παρότι οι θεραπείες για τα εμφράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά, η νοσηρότητα και η θνητότητα παραμένουν υψηλές, αφήνοντας περιθώρια για νέες προσεγγίσεις.
Η νέα μέθοδος που περιγράφηκε στη μελέτη θα μπορούσε κάποτε να οδηγήσει σε θεραπείες που μειώνουν τη φλεγμονώδη βλάβη, όμως η μετάβαση από τα ζωικά μοντέλα στους ανθρώπους είναι δύσκολη και γεμάτη αβεβαιότητες. Υπάρχουν ακόμη πολλά αναπάντητα ερωτήματα, από τις πιθανές παρενέργειες έως το αν μια τέτοια θεραπεία θα μπορούσε να χορηγηθεί εγκαίρως, δεδομένου ότι η καρδιακή βλάβη εξελίσσεται μέσα σε λίγα λεπτά.
Παρότι η έρευνα θεωρείται πολλά υποσχόμενη και ίσως αλλάξει την ιατρική στο μέλλον, οι επιστήμονες τονίζουν ότι πρόκειται μόλις για το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία.