Η Νίκη Λυμπεράκη κινείται ανάμεσα στη σκληρή επικαιρότητα της «Μεγάλης Εικόνας» και τη ζεστή ανθρώπινη αφήγηση της νέας εκπομπής του MEGA «Πάμε μια βόλτα;», που προβάλλεται κάθε Σάββατο στις 20:50, βρίσκοντας τη δική της ισορροπία ανάμεσα στην ένταση και την ψυχική φροντίδα. Μέσα από στιγμές ευγνωμοσύνης, προσωπικά όρια και μικρά «καταφύγια» ευεξίας, μιλά για την αντοχή, τη μητρότητα και την ανάγκη να αφήνουμε χώρο σε όλα μας τα συναισθήματα.

Πριν από λίγες μέρες προβλήθηκε το πρώτο επεισόδιο του «Πάμε μια βόλτα;». Δεδομένου ότι είσαι μια δημοσιογράφος της επικαιρότητας και αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο τον τελευταίο καιρό είναι σκληρά, πώς αποφάσισες να κάνεις μια εκπομπή όπως αυτή;

Το «Πάμε μια βόλτα;» ήταν ένα consept, μια ιδέα της Φρόσως Ράλλη, και αυτό από μόνο του είναι κάτι που σε κάνει να θέλεις να το δοκιμάσεις. Γιατί η Φρόσω, εκτός από μια απίστευτη γυναίκα, είναι και η ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, της ιδιωτικής τηλεόρασης. Και επιπλέον, είμαστε μια δεμένη και πολύ καλών προθέσεων ομάδα που μπήκαμε σε μια διαδικασία να ερευνήσουμε τις ζωές όλων εκείνων που μας εμπιστεύτηκαν και μας επέτρεψαν να κάνουμε μαζί τους αυτήν τη βόλτα, να ταξιδέψουμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας –εγώ βρέθηκα σε μέρη όπου δεν είχα ξαναπάει– και να γνωρίσουμε παράλληλα ανθρώπους που τους ξέρουμε μεν και τους αγαπάμε, αλλά την ίδια ώρα δεν τους ξέρουμε.

Λειτουργεί κάπως ψυχοθεραπευτικά για σένα αυτή η εκπομπή;

Όταν ξεκινάς το πρωί, παίρνεις με το αυτοκίνητο τη σπουδαία Μάρω Κοντού, που είναι ένας μύθος, πηγαίνετε μαζί στην Επίδαυρο, από όπου ξεκίνησε 19 χρονών κοριτσάκι, και την ακούς να σου αφηγείται περιστατικά με την Παξινού και τον Μινωτή, δεν είναι απλώς ψυχοθεραπεία. Εγώ δεν σου κρύβω ότι σε αυτά τα γυρίσματα αρκετές φορές κοίταζα δίπλα μου οδηγώντας, στο on the road κομμάτι κυριολεκτικά, και έλεγα «ρε παιδί μου, τι ευλογία είναι αυτή η δουλειά που κάνουμε, πόσο σουρεαλιστικό είναι αυτό που μου έχει δοθεί η ευκαιρία να ζήσω αυτήν τη στιγμή». Και δεν ξέρω, μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, αλλά δεν είναι. Για σκέψου να οδηγάς και δίπλα σου να έχεις τη Μάρω Κοντού να σου διηγείται την ιστορία των παιδικών της χρόνων. Αυτό για μένα ήταν μεγάλο δώρο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: ΝΙΚΟΛ ΜΠΑΡΤΖΩΚΑ (D-TALES) ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ STYLING: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΥΡΚΟΥ, ΜΑΚΙΓΙΑΖ/ΧΤΕΝΙΣΜΑ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΙΧΟΠΑΝΟ

Μέσα από τις συνεντεύξεις που κάνεις στις εκπομπές σου, υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι να ταυτίζεσαι με τον συνεντευξιαζόμενο ή να σου λέει κάτι που ανοίγει τους ορίζοντές σου;

Πάρα πολλές φορές. Και ταυτίζομαι και μου ανοίγουν ορίζοντες, αλλά και κάτι άλλο: βλέπω πως όλοι κολυμπάμε στα ίδια νερά… Πόσο κανονικό, συνηθισμένο και κοινό σε όλους μας μπορεί να είναι κάτι που νιώθουμε και μας προβληματίζει. Πόσο κοινές είναι τελικά οι πορείες των ανθρώπων απ’ όποιο χώρο και αν προέρχονται. Για παράδειγμα, να σου πω κάτι που με εντυπωσίασε. Οι περισσότεροι από τους καλεσμένους μας είχαν ένα δάσκαλο ή έναν καθηγητή που τους άλλαξε τη ζωή. Αυτό για μένα είναι τρομερά συγκινητικό και είναι και τρομερά κοινό.

Υπάρχει ένας όρος που τα τελευταία χρόνια ακούγεται πολύ στο wellness, αλλά αφορά και τους δημοσιογράφους που ασχολούνται και με πολύ σοβαρά θέματα της επικαιρότητας, όπως εσύ και η ομάδα σου στην εκπομπή «Μεγάλη Εικόνα». Αναφέρομαι στη λέξη «resilience» που στα ελληνικά αποδίδεται ως «αντοχή» ή, καλύτερα, «ψυχική αντοχή». Εσύ έχεις νιώσει κάτι τέτοιο και λόγω του επαγγέλματός σου;

Όχι, αν και καταλαβαίνω, βέβαια, την έννοια. Απλώς, καμιά φορά, όταν στη ζωή μας τυχαίνει να περάσουμε πολύ δύσκολες καταστάσεις, όπως μια μεγάλη περιπέτεια υγείας, αυτό αφήνει το στίγμα του και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Στη δική μου οικογένεια, συνέβη κάτι τέτοιο πριν από αρκετά χρόνια και κράτησε μία δεκαετία. Από τότε και μετά, έχω επαναπροσδιορίσει τις διαστάσεις και τη σημασία των πραγμάτων και το βαθμό στον οποίο επιτρέπω ή δεν επιτρέπω να με επηρεάσουν. Δεν εννοώ ότι όταν όλη μέρα βλέπω εικόνες από βομβαρδισμούς, αυτό μπορώ να το έχω έξω από το μυαλό μου. Μπορώ όμως να μην το βάλω μέσα στο σπίτι μου.

Είναι εύκολο;

Μπορεί να μην είναι εύκολο, αλλά όταν θυμάσαι πράγματα που έχεις περάσει, κάπου στέκεσαι στην ευγνωμοσύνη και προσπαθείς να μείνεις σε αυτό. Σε όσα σου συμβαίνουν, σου τυχαίνουν, σε όσα έχεις, τα οποία σε κάνουν να νιώθεις ευγνώμων. Γιατί η δυστυχία δεν τελειώνει πουθενά. Η τραγωδία δεν τελειώνει πουθενά. Αν της αφήσεις άπλετο χώρο, μπορεί να σε καταπιεί. Και αυτό δεν σε κάνει ούτε λειτουργικό, ούτε καλό στη δουλειά σου, ούτε σε βοηθά να είσαι ο γονιός που θέλεις. Άρα, χρειάζεται μια οριοθέτηση. Για μένα έγινε με αυτόν το δύσκολο τρόπο. Όταν αισθάνομαι ότι κάτι πάει να με ρίξει, πάντα θυμάμαι πράγματα πολύ δύσκολα που ευτυχώς ανήκουν πια στο παρελθόν. Και νιώθω ευγνωμοσύνη για τα καλά που μου συμβαίνουν. Αυτό προσπαθώ να κάνω. Δεν το πετυχαίνω πάντα, αλλά αυτή είναι η προσπάθεια. Δηλαδή, κοιτάζω το παιδί μου και νιώθω ευγνωμοσύνη.

Μητέρα, δημοσιογράφος, γυναίκα, σύζυγος… Με τους ρυθμούς που δουλεύεις, πώς πετυχαίνεις την περιβόητη ισορροπία προσωπικής και επαγγελματικής ζωής;

Είμαι τυχερή γιατί τα τελευταία πέντε χρόνια, δηλαδή σχεδόν από όταν γεννήθηκε ο μικρός, άρχισα να δουλεύω σε εβδομαδιαία βάση. Και τώρα πια που πηγαίνει σχολείο, κάνω το ραδιόφωνο το πρωί. Αν δεν έχω όμως γύρισμα, προσπαθώ να είμαι μαζί του όσο περισσότερο γίνεται. Θα τον πάρω από το σχολείο, θα καθίσουμε μαζί, θα μαγειρέψουμε, θα πάμε σινεμά ή παιδική χαρά. Προφανώς και υπάρχουν μέρες που θα τύχει να μην μπορώ, αλλά δεν είναι ο κανόνας. Οπότε οφείλω να ομολογήσω ότι, σε σχέση με τη μέση εργαζόμενη γυναίκα, νιώθω προνομιούχα και πολύ τυχερή. Και για να επιστρέψουμε στην ευγνωμοσύνη, ευγνωμονώ την τύχη μου για αυτό το πράγμα. Γιατί ειδικά τώρα που είναι μικρό το παιδί νομίζω ότι και εκείνο με έχει ανάγκη και εγώ είναι κρίμα να χάσω πράγματα που δεν ξανάρχονται. Δεν τα πετυχαίνω όλα τέλεια, αλλά ποιος γονιός τα πετυχαίνει;

Τι μαμά είχες αποφασίσει ότι θα είσαι όταν έμεινες έγκυος και τι μαμά είσαι τελικά;

Η αλήθεια είναι ότι αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Εγώ μεγάλωσα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Τότε υπήρχε ένα μεγάλο ποσοστό γονέων οι οποίοι, ως παιδιά οι ίδιοι, μεγάλωσαν από ανθρώπους που δεν εκδήλωναν εύκολα τρυφερότητα, δεν μιλούσαν για τα συναισθήματά τους, και αυτό τους έκανε, όταν έγιναν πλέον και εκείνοι γονείς, να είναι πιο αποκομμένοι από την έκφραση του συναισθήματός τους απέναντι στα παιδιά τους. Για μένα, αυτό ήταν πάντα και παραμένει το πιο βασικό. Δηλαδή, θέλω πολύ την αγκαλιά. Θέλω πολύ να λέω στο γιο μου πόσο τον αγαπώ – ελπίζοντας, φυσικά, ότι κρατάω μια ισορροπία και δεν τον πνίγει αυτή μου η ανάγκη. Θέλω πολύ να του λέω μπράβο. Οπότε αυτός ήταν ο στόχος μου εξαρχής. Και νομίζω ότι το κάνω. Βέβαια, είμαι και άνθρωπος των ορίων. Δεν ασπάζομαι όλη αυτήν τη σημερινή τάση για τη γονεϊκότητα που θέλει να διαπραγματευόμαστε τα πάντα. Είμαι λίγο πιο παραδοσιακή σε αυτό. Όπως, π.χ., στα θέματα της ευγένειας. Δεν κάνω πίσω και πολλές φορές εκεί μπορεί να γίνω αυστηρή και ενδεχομένως δυσάρεστη. Το πιο βασικό, όμως, για μένα είναι να εισπράττει τρυφερότητα το παιδί. Για να μάθει και να τη δίνει, για να μην έχει αμηχανία με το συναίσθημά του και για να μην έχει και δυσκολία αργότερα να το εκφράσει ως μεγάλος άνθρωπος στη ζωή του, στις σχέσεις του και μέσα του.

Λένε ότι τα παιδιά είναι και οι δάσκαλοί μας. Εσένα τι σε διδάσκει ο 5,5 ετών γιος σου;

Κάθε μέρα με διδάσκει τη σπουδαιότητα των πραγμάτων. Με διδάσκει τη σημαντικότητα των στιγμών. Πριν από μερικές ημέρες που έτυχε να βρεθούμε σε ένα αστυνομικό τμήμα, πήγε κοντά σε μια πινακίδα και μου είπε «μαμά, κοίτα, γράφει “δεν”». Έτσι τον είδα να διαβάζει για πρώτη φορά. Και σκέφτηκα ότι αυτήν τη στιγμή που μου χάρισε μάλλον θα τη θυμάμαι όσο ζω, γιατί ήταν η πρώτη φορά που είδα το παιδί μου να διαβάζει. Με διδάσκει την ταπεινότητα που δεν πρέπει να χάνουμε και αυτό που έλεγε η γιαγιά μου «την υγειά μας να έχουμε».

Δείτε το βίντεο

Χρόνο για τη Νίκη έχεις;

Δεν έχω ιδιαίτερο χρόνο. Περνάω τις φάσεις μου. Όταν τα πράγματα ήταν λίγο πιο χαλαρά, το διάστημα, π.χ., προτού ξεκινήσει ο πόλεμος, κατάφερνα να πηγαίνω και γυμναστήριο για μία ώρα το πρωί. Τώρα το έχω κόψει. Όμως θα σου πω τι κάνω για μένα: κάνω το ψώνιο μου. Κάνω μαθήματα φωνητικής. Έχω μία ώρα την εβδομάδα που είναι δική μου. Αυτός είναι ο χρόνος μου. Κάνω τραγούδι που για μένα λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά. Αυτό είναι το δώρο στον εαυτό μου. Το κάνω πολύ για την ψυχή μου. Έχουμε και μια μπάντα και παίζουμε μία φορά το χρόνο.

Τι μουσική παίζετε;

Διασκευές κυρίως. Ροκ αγγλικό και ελληνικά που μας αρέσουν. Αυτό δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος – σχεδόν κανένας. Μόνο τις ημέρες του live, κάνουν αναρτήσεις οι υπόλοιποι.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η τελειότητα είναι πάντα ένα ζητούμενο. Αυτό είναι κάτι που σε πιέζει ή το έχεις λύσει;

Όλοι οι άνθρωποι –πολύ περισσότερο οι γυναίκες, αλλά νομίζω πλέον και οι άντρες– αισθανόμαστε μια τρομερή πίεση από την ανάγκη της τελειότητας, η οποία όμως δεν είναι ανθρώπινη. Δεν είναι ανθρώπινο να είσαι 50 χρονών και να θέλεις, για παράδειγμα, να έχεις το σώμα που είχες στα 18 σου. Μπορείς να το αποκτήσεις με υπερπροσπάθεια. Όμως αξίζει τον κόπο; Αξίζει τον κόπο να κυνηγάμε μια εικόνα που στο τέλος της ημέρας απαιτεί τρομερή ενέργεια και απίστευτο χρόνο που θα μπορούσαμε να δαπανήσουμε σε άλλα πράγματα; Στη δουλειά δεν υπάρχει μέρα μετά το τέλος μιας συνέντευξης ή ενός γυρίσματος που δεν θα τα ξανατρέξω στο μυαλό μου και δεν θα βρω χίλια λάθη. Αυτό δεν σταματάει ποτέ.

Με το χρόνο έχεις συμβιβαστεί;

Ναι, κάπως έχω συμβιβαστεί. Έχω συνειδητοποιήσει ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουμε. Ότι ο χρόνος έχει σοφία, έχει όμως και φθορά. Και κάπως είναι μονόδρομος η επιλογή να συμφιλιωθείς με αυτό γιατί αλλιώς θα τρελαθείς. Παίζεις με έναν εκ των πραγμάτων αήττητο αντίπαλο, οπότε κάπως πρέπει να υποκλιθείς σε αυτόν και να τον αφήσεις να κάνει τη δουλειά του τελικά. Και να είσαι ευγνώμων. Ξαναγυρίζω στη λέξη. Να είσαι ευγνώμων που είσαι εδώ και μεγαλώνεις και φθείρεσαι. Εγώ, π.χ., τα τελευταία χρόνια έχω πρεσβυωπία, δεν μπορώ να περάσω κλωστή από βελόνα. Τι να κάνω; Το αντιμετωπίζω με χιούμορ.

Το χιούμορ για σένα λειτουργεί ως άμυνα, ως μηχανισμός αποδόμησης μιας δύσκολης στιγμής ή ως μια ανάγκη να βλέπεις τα πράγματα και από μια άλλη οπτική;

Νομίζω, όλα αυτά. Πολλοί λένε ότι ο αυτοσαρκασμός είναι ένδειξη ενός ανθρώπου ακομπλεξάριστου. Εγώ δεν συμφωνώ. Εγώ πιστεύω ότι ο αυτοσαρκασμός είναι η προσπάθεια ενός ανθρώπου να προλάβει να κοροϊδέψει ο ίδιος τον εαυτό του, ελπίζοντας ότι θα αφοπλίσει τους άλλους. Και νομίζω ότι κάπως έτσι λειτουργούσε για μένα ως μηχανισμός από μικρή.

Η ευκολία με την οποία παρατηρείς και αποκωδικοποιείς τον εαυτό σου είναι κάτι που κατέκτησες μόνη σου ή χρειάστηκες και τη βοήθεια κάποιου ειδικού;

Εγώ έχω κάνει ψυχοθεραπεία χρόνια, προσπαθώντας λίγο να διαχειριστώ αυτή την πολύ δύσκολη περίοδο που περιέγραφα πριν, και με βοήθησε πάρα πολύ. Αλλά νομίζω ότι, ασχέτως της ψυχοθεραπείας, όλοι όσο μεγαλώνουμε έχουμε τις κεραίες μας τεντωμένες, πιάνουμε πράγματα, καταλαβαίνουμε. Το βλέπω και η ίδια ότι οι άνθρωποι, με την πάροδο της ηλικίας, κάπως μαλακώνουμε, κάπως στρογγυλεύουμε, κάπως διαβάζουμε τον εαυτό μας καλύτερα και με λίγο μεγαλύτερη επιείκεια. Είναι από τα καλά του χρόνου.

Πώς διατηρείς το σώμα σου σε τόσο άψογη κατάσταση;

Δεν είναι σε άψογη κατάσταση. Ειδικά μετά την εγκυμοσύνη. Θέλω να τα πω όπως είναι, γιατί μας διαβάζουν και γυναίκες. Εγώ στην εγκυμοσύνη δεν έβαλα πολύ βάρος, πήρα δώδεκα κιλά. Όμως, με όσα κιλά βγήκα από το μαιευτήριο παρέμεινα για πέντε χρόνια. Δεν τα έχασα εύκολα αυτά τα έξι-εφτά τελευταία. Μόλις φέτος τα κατάφερα. Προσπαθώ να κάνω πράγματα που με βοηθούν να νιώθω καλά με τον εαυτό μου. Δεν το πετυχαίνω πάντα. Αλλά δεν θέλω να φτάσω και σε κάποιο είδος εμμονής, σαν αυτές που εύκολα φτάνει κανείς. Βλέπω παιδιά, εφήβους, που είναι παγιδευμένα σε μια ιδεατή εικόνα για τον εαυτό τους την οποία κυνηγούν, χωρίς φυσικά να μπορούν να την αποκτήσουν, γιατί δεν είναι πραγματική. Όλοι «αυτοσκηνοθετούνται» γύρω μας και εμείς έχουμε μπει σε ένα κυνηγητό ότι πρέπει να είμαστε αψεγάδιαστοι. Δεν γίνεται αυτό. Και ούτε είναι ανάγκη να γίνεται.

Αυτά τα κιλά πώς τα έχασες;

Τρώγοντας σαν άνθρωπος, αποφεύγοντας το φαγητό απέξω και τα πολλά γλυκά… Και δεν έφυγαν με τη μία, τα έχασα σε βάθος χρόνου. Συνήθως αστειεύομαι με αυτό. Λέω ότι τώρα που έχασα τα κιλά της εγκυμοσύνης, ήρθε η ώρα να χάσω και τα πέντε κιλά που έβαλα στις Πανελλαδικές. Τα κουβαλάω από το ’99 που μπήκα στο πανεπιστήμιο.

Την αγαπάς τη Νίκη;

Κάποια κομμάτια της, ναι, τα αγαπώ.

Όπως;

Τι να πω τώρα, είναι σαν να επαίρομαι αν απαντήσω. Πιστεύω ότι είμαι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος και ότι στα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου προσπαθώ να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Ενδεχομένως, αυτό πολλές φορές να μην είναι αρκετό, αλλά η προσπάθειά μου είναι να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Άλλα κομμάτια μου δεν τα αγαπώ, όπως ότι δεν έχω καθόλου υπομονή. Έχω μια κυκλοθυμία που συχνά είναι δύσκολη στη διαχείρισή της – και για μένα, αλλά και για τους γύρω μου. Αλλά και πάλι ο χρόνος σε σμιλεύει. Σε φτάνει στο σημείο να πεις «αυτή είμαι, με εμένα πρέπει να ζήσω».

Ως γυναίκα σε ένα χώρο αρκετά ανταγωνιστικό, όπως αυτός της δημοσιογραφίας, πώς νιώθεις και τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει;

Νομίζω ότι όλοι μας έχουμε γίνει λίγο πιο προσεκτικοί στους κώδικές μας στο χώρο εργασίας, και αυτό είναι κέρδος. Σε προσωπικό επίπεδο, δεν είναι εύκολο να μιλήσω με τα σημερινά δεδομένα, γιατί εγώ κάνω αυτήν τη δουλειά 25 χρόνια στο βάθος. Κάπως είμαι μέσα σε αυτό πια και δεν μπορώ να σου πω τι αντιμετωπίζω. Θυμάμαι όμως –και πραγματικά ελπίζω να έχει αλλάξει αυτό– πως υπήρχε συχνά μια αίσθηση ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν μια «γυναικεία» συμπεριφορά. Να ξεκαθαρίσω ότι δεν μιλώ για σεξουαλική παρενόχληση. Πολλές φορές έβλεπα ότι κάποιος περιμένει από σένα να έχεις τα λεγόμενα «soft skills». Να είσαι γλυκούλα, να δηλώνεις θαυμασμό, να υποκλίνεσαι. Να ζητάς καθοδήγηση ακόμα κι όταν δεν τη χρειάζεσαι, επειδή είσαι μια νέα γυναίκα και «δεν μπορεί να μη χρειάζεσαι καθοδήγηση». Με έναν τρόπο το απαιτούσαν κιόλας. Αυτό είχε ένα πατρονάρισμα που πάντα με ενοχλούσε, γιατί και εκ φύσεως δεν ήμουν ποτέ αυτός ο χαρακτήρας. Ήμουν πιο πολύ αγοροκόριτσο.

Συνήθως άντρες ήταν αυτοί;

Ναι, συνήθως άντρες. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος σεξουαλικής παρενόχλησης. Έχει να κάνει με ένα στερεότυπο που λέει ότι ο άντρας ρεπόρτερ μπορεί να είναι 20 χρονών και να βγει και να οργώσει τα πεζοδρόμια, αλλά μια γυναίκα στην ίδια ηλικία και στην ίδια θέση θέλει μια προστασία, μια καθοδήγηση. Αυτό όλο εμένα δεν μου «κούμπωσε» ποτέ και υπήρξαν περιπτώσεις που νομίζω ότι μπορεί και να μου στοίχισε το ότι δεν δέχτηκα να παίξω αυτόν το ρόλο.

Και οι γυναίκες στο χώρο σου όλα αυτά τα χρόνια πώς συμπεριφέρονταν;

Στην επαγγελματική μου ζωή, βρέθηκαν και άντρες και γυναίκες που πραγματικά με στήριξαν και με βοήθησαν αφειδώς και χωρίς καμία υποχρέωση, χωρίς να μου το χρωστούν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πρώτο μου διευθυντή, τον Θάνο Οικονομόπουλο, που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγο καιρό. Ήταν ένας άνθρωπος που με βρήκε μαθητευόμενη και από το πουθενά με φώναξε μια μέρα στο γραφείο του και μου είπε «παρακολουθώ τη δουλειά σας, θα φροντίσω να ξεκινήσετε να παίρνετε ένα μικρό μισθό». Δεν μου το χρωστούσε αυτός ο άνθρωπος. Και ασχολήθηκε με εμένα χωρίς να απαιτεί κάποιου είδους ευαλωτότητα ή πατρονάρισμα. Αντίστοιχα, έχω συναντήσει πολύ γενναιόδωρες γυναίκες, σπουδαίες επαγγελματίες. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τα πρώτα χρόνια που έκανα δελτίο όταν κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο η Μαρία Χούκλη, μια γυναίκα που θαύμαζα –και θαυμάζω– απεριόριστα. Και το βρήκα τόσο γενναιόδωρο αυτό. Έχουν υπάρξει και περιπτώσεις που λειτούργησε κάπως αντίστροφα. Αλλά σε όλους τους χώρους υπάρχουν όλοι οι ανθρωπότυποι, όλες οι δυναμικές.

Υπάρχει στη ζωή σου ένα μότο, ένα απόφθεγμα, μια έκφραση που σε κινητοποιεί ή σε ενθαρρύνει τις ημέρες εκείνες που δεν θέλεις να σηκωθείς από το κρεβάτι;

Είπαμε πριν τι μας διδάσκει το παιδί. Με τον Πάνο τα τελευταία χρόνια έχω διαβάσει ό,τι παιδικό βιβλίο έχει κυκλοφορήσει. Υπάρχει ένα που λέγεται «Το ξενοδοχείο των συναισθημάτων», το οποίο μιλάει μεταφορικά για ένα ξενοδοχείο όπου πηγαίνουν τα συναισθήματα και μένουν. Μεταξύ άλλων εξηγεί κάπου, προς το τέλος, ότι κάθε συναίσθημα θέλει το δικό του δωμάτιο. Διαβάζοντας λοιπόν αυτό το βιβλίο στο γιο μου, έμαθα ότι «κανένα συναίσθημα δεν μένει εδώ για πάντα». Οπότε το πρωί που θα τύχει να σηκωθώ από το κρεβάτι και να τα δω όλα μαύρα, αυτό που με κινητοποιεί είναι ότι σε λίγες ώρες κάτι θα γίνει και δεν θα είναι πια μαύρα. Η επίγνωση ότι σε λίγες ώρες θα είσαι καλά, σε λίγες μέρες θα είσαι καλά, είναι σπουδαία! Επίσης δεν είναι ανάγκη –και δεν γίνεται– να πετάμε όλη μέρα στα σύννεφα.

Αν κάποιος άλλος έπρεπε να κρατήσει το τιμόνι της εκπομπής σου «Πάμε μια βόλτα;», πού θα ήθελες να σε πάει εσένα ως καλεσμένη;

Υπάρχει ένα μέρος στον πλανήτη που λειτουργεί για μένα ως καταφύγιο όποτε φοβάμαι, όποτε δεν είμαι καλά, όποτε προσπαθώ να κάνω διαλογισμό και δεν τα καταφέρνω γιατί συνήθως με παίρνει ο ύπνος από την κούραση, όποτε θέλω το μυαλό μου να πάει κάπου και να ηρεμήσει, και αυτό δεν είναι άλλο από το Δεσίμι, στη Λευκάδα. Είναι η παραλία όπου έμαθα να κολυμπώ, ταυτισμένη με τα πιο ευτυχισμένα καλοκαίρια της ζωής μου. Νομίζω ότι είναι, αν εξαιρέσω το παιδί μου, το πιο γαλήνιο και δικό μου μέρος πάνω στον πλανήτη. Εκεί θα ήθελα να πάω. Σε αυτή την παραλία έξι ώρα το πρωί, όταν φεύγουν τα καΐκια για ψάρεμα και δεν ακούς τίποτα, μόνο τις μηχανές από τις βάρκες.

Το κρατάς το παιδί μέσα σου;

Ποιος δεν το κάνει; Ο ψυχολόγος μου μου έχει πει μια ατάκα που την κρατάω πάντα και με βοηθάει πολύ: «Όλη μας τη ζωή κυκλοφορούμε με τη σχολική μας σάκα στην πλάτη». Κυκλοφορώ με τη σχολική μου σάκα στην πλάτη και δεν έχω παρά να το αποδεχτώ.