Η παγκόσμια υπογεννητικότητα επιταχύνεται με ρυθμούς που αιφνιδιάζουν ακόμη και τους ειδικούς, καθώς ολοένα περισσότερες χώρες πέφτουν κάτω από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Νέα έρευνα συνδέει την απότομη πτώση των γεννήσεων όχι μόνο με την οικονομική ανασφάλεια και τη στεγαστική κρίση, αλλά και με τη ριζική αλλαγή που έφεραν τα smartphones και τα social media στις ανθρώπινες σχέσεις, τη συντροφικότητα και τη δημιουργία οικογένειας.
Μόλις πριν από πέντε χρόνια, ο ΟΗΕ προέβλεπε ότι στη Νότια Κορέα θα υπήρχαν 350.000 γεννήσεις το 2023. Η πρόβλεψη αυτή ήταν υπερτιμημένη κατά 50%: ο πραγματικός αριθμός ήταν 230.000. Ενώ οι χώρες υψηλού και μεσαίου εισοδήματος παλεύουν με τη δημογραφική παρακμή εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, το φαινόμενο έχει επιταχυνθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία.
Η ανάλυση δεδομένων — από δημογραφικά αρχεία έως αναζητήσεις στη Google — δείχνει ότι, παρόλο που πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στη μείωση των γεννήσεων, η πιο πρόσφατη κατάρρευση φαίνεται να συνδέεται με τη χρήση της τεχνολογίας. Σχεδόν όλος ο κόσμος επηρεάζεται πλέον.
Μέχρι πρόσφατα, τα εξαιρετικά χαμηλά και ταχέως μειούμενα ποσοστά γεννήσεων θεωρούνταν κυρίως πρόβλημα των πλούσιων χωρών, όμως πολλές αναπτυσσόμενες χώρες έχουν σήμερα χαμηλότερη γονιμότητα από πολύ πλουσιότερες, αναφέρουν οι Financial Times. Το 2023, το ποσοστό γεννήσεων στο Μεξικό έπεσε για πρώτη φορά κάτω από εκείνο των ΗΠΑ — όπως συνέβη στη συνέχεια και στη Βραζιλία, την Τυνησία, το Ιράν και τη Σρι Λάνκα.
Οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος γερνούν πλέον πριν προλάβουν να πλουτίσουν. Το καθοριστικό πρόβλημα της εποχής μας Η γήρανση του πληθυσμού συρρικνώνει το εργατικό δυναμικό και επιβραδύνει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου — η στασιμότητα της Ιαπωνίας από τη δεκαετία του 1990 εξηγείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων που μείωσαν τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας.
Η δημοσιονομική πίεση από τις εκρηκτικές δαπάνες για συντάξεις και φροντίδα περιορίζει επίσης τις επενδύσεις σε υποδομές, ενισχύοντας την αίσθηση παρακμής που τροφοδοτεί αντισυστημικές πολιτικές τάσεις. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ο Έλον Μασκ, ο οποίος θεωρεί ότι η μείωση των γεννήσεων αποτελεί τον «μεγαλύτερο κίνδυνο για τον πολιτισμό», για να δει πώς το φαινόμενο επιδεινώνει ήδη πολλά από τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα του κόσμου. Ορισμένοι ελπίζουν ότι ένας μικρότερος πληθυσμός θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όμως πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων θα έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, αμελητέα επίδραση στις εκπομπές τις επόμενες δεκαετίες.
Τα ποσοστά γεννήσεων συχνά καταρρέουν παρά τις επιθυμίες των ανθρώπων, όχι εξαιτίας τους. Οι περισσότεροι νέοι άνδρες και γυναίκες εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θέλουν περίπου δύο παιδιά — ακόμη και στη Νότια Κορέα, όπου οι περισσότερες γυναίκες σήμερα δεν αποκτούν κανένα.
Αντίθετα, υπάρχει ένα «χάσμα γονιμότητας» ανάμεσα στις επιθυμίες και στα αποτελέσματα, λόγω εμποδίων και απογοητεύσεων που σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τον σύγχρονο τρόπο ζωής — συμπεριλαμβανομένων των σπιτιών μας και, ολοένα περισσότερο, των κινητών μας τηλεφώνων.
Για πάντα μόνοι
Τις προηγούμενες δεκαετίες, η παγκόσμια γονιμότητα μειωνόταν επειδή τα ζευγάρια έκαναν λιγότερα παιδιά. Σήμερα, ο βασικός λόγος είναι ότι υπάρχουν λιγότερα ζευγάρια. Αν τα ποσοστά γάμου και συμβίωσης στις ΗΠΑ είχαν παραμείνει σταθερά την τελευταία δεκαετία, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας της χώρας θα ήταν σήμερα υψηλότερος απ’ ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Μια πρωτοποριακή μελέτη του δημογράφου Στίβεν Σο δείχνει ότι στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος, ο αριθμός παιδιών που αποκτούν οι μητέρες παραμένει σταθερός ή και αυξάνεται. Όμως το ποσοστό των γυναικών που αποκτούν έστω και ένα παιδί έχει μειωθεί απότομα τα τελευταία 15 χρόνια.
Τα στερεότυπα που συχνά συνδέονται με αυτή την τάση περιλαμβάνουν γυναίκες που βάζουν την καριέρα πάνω από τα παιδιά ή ζευγάρια που επιλέγουν να μην αποκτήσουν παιδιά παρότι έχουν οικονομική άνεση. Ωστόσο, σε ένα ευρύ φάσμα χωρών, η μείωση των γεννήσεων και των σχέσεων είναι πολύ εντονότερη μεταξύ όσων έχουν τη λιγότερη εκπαίδευση και τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Αντίθετα, το ποσοστό των πανεπιστημιακών αποφοίτων που δημιουργούν σχέσεις και οικογένειες παραμένει σταθερό ή ακόμη και αυξάνεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Από τη δεκαετία του 1980, οι ανεπτυγμένες χώρες έχουν τριπλασιάσει σε πραγματικούς όρους τις δαπάνες ανά άτομο για επιδόματα παιδιών, επιδοτούμενη φροντίδα παιδιών και γονικές άδειες, ενώ η συμμετοχή των πατέρων στη φροντίδα των παιδιών αυξάνεται σταθερά. Παρ’ όλα αυτά, τα ποσοστά γεννήσεων συνέχισαν να μειώνονται — από 1,85 σε 1,53 παιδιά ανά γυναίκα.
Η οικονομία της στέγης Σε αρκετές πλούσιες χώρες, όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα βασικό εμπόδιο στη δημιουργία οικογένειας τις τελευταίες δεκαετίες είναι η στέγαση.
Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, έως και το μισό της μείωσης της γονιμότητας από τη δεκαετία του 1990 μπορεί να εξηγηθεί από τη μείωση της ιδιοκατοίκησης και την αύξηση των νέων ενηλίκων που ζουν με τους γονείς τους.
Σε τέτοιες συνθήκες, η απουσία μακροπρόθεσμης στέγης λειτουργεί ως εμπόδιο και για άλλες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις. Όμως αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την πιο πρόσφατη απότομη πτώση ούτε τη διεθνή της έκταση. Στις σκανδιναβικές χώρες, για παράδειγμα, η γονιμότητα έχει μειωθεί παρά την οικονομική σταθερότητα και την αύξηση των νέων που ζουν μόνοι τους αντί με γονείς ή συγκατοίκους.
Και ακόμη κι όταν τα ζευγάρια μπορούν να αντέξουν οικονομικά να μετακομίσουν σε δικό τους σπίτι, είναι πλέον πιο πιθανό να χωρίσουν. Σε αρκετές χώρες, οι άνθρωποι που συγκατοικούν έχουν πλέον περισσότερες πιθανότητες να χωρίσουν παρά να αποκτήσουν παιδί — μια πλήρης ανατροπή του ιστορικού κανόνα. Άλλοι οικονομικοί παράγοντες επίσης δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις.
Η πρόσφατη δημογραφική πτώση εμφανίστηκε τόσο σε χώρες που επλήγησαν σκληρά από την παγκόσμια οικονομική κρίση όσο και σε χώρες που έμειναν σχεδόν ανεπηρέαστες· τόσο στη βραδυκίνητη δυτική Ευρώπη όσο και στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική Ασία.
Πολλοί επισημαίνουν την οικονομική ανασφάλεια των νέων ενηλίκων. Όμως, ενώ οι αποδοχές των νέων κορυφώνονται αργότερα σε σχέση με το παρελθόν και η σχετική οικονομική τους θέση έχει επιδεινωθεί, πρόκειται για σταδιακές αλλαγές που δεν ταιριάζουν με μια τόσο ξαφνική πτώση.
Ένας ακόμη πιθανός παράγοντας είναι οι μεταβαλλόμενες σχέσεις ανδρών και γυναικών. Τα κορίτσια είναι πλέον πολύ πιθανότερο να φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο από τα αγόρια, ενώ οι λιγότερο μορφωμένοι νέοι άνδρες συχνά κερδίζουν λιγότερα από τις συνομήλικες γυναίκες, αλλάζοντας τα κριτήρια για τη δημιουργία σχέσης.
Ωστόσο, κι αυτές είναι κυρίως αργές μεταβολές που επηρεάζουν άνισα διάφορες περιοχές του κόσμου.
Η δημογραφική απειλή στην τσέπη
Μη ικανοποιημένοι από τις καθαρά οικονομικές εξηγήσεις, οι ερευνητές αρχίζουν να στρέφουν την προσοχή τους σε έναν νέο ένοχο: τις ψηφιακές συσκευές και τις πλατφόρμες που καταλαμβάνουν τεράστιο μέρος της ζωής των νέων σε όλο τον κόσμο.
Οι Νέιθαν Χάντσον και Ερνάν Μοσκόσo-Μποέδο από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι δημοσίευσαν πέρυσι μελέτη που εξετάζει τα ποσοστά γεννήσεων μέσα από το πρίσμα της ανάπτυξης των δικτύων 4G στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε πρώτα και ταχύτερα στις περιοχές που απέκτησαν νωρίτερα γρήγορη κινητή σύνδεση. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα smartphones άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι περνούν χρόνο μαζί, μειώνοντας απότομα την κοινωνικοποίηση πρόσωπο με πρόσωπο και οδηγώντας σε κατάρρευση της γονιμότητας.
Έρευνα των Financial Times δείχνει ότι η ίδια τάση επηρέασε και άλλες χώρες. Για παράδειγμα, τα ποσοστά γεννήσεων στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Αυστραλία για εφήβους και νέους ενήλικες παρέμεναν σχετικά σταθερά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά άρχισαν να μειώνονται αισθητά από το 2007. Η ίδια πτώση ξεκίνησε στη Γαλλία και την Πολωνία γύρω στο 2009, και στο Μεξικό, το Μαρόκο και την Ινδονησία γύρω στο 2012.
Οι ήδη σταθερά μειούμενοι δείκτες γονιμότητας στη Γκάνα, τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη μετατράπηκαν σε απότομη κατάρρευση μεταξύ 2013 και 2015. Όλα αυτά τα σημεία καμπής συνέπεσαν με τη μαζική υιοθέτηση των smartphones στις τοπικές αγορές — όπως μετρήθηκε μέσω αναζητήσεων στη Google για εφαρμογές κινητών. Χώρα μετά τη χώρα, τα ποσοστά γεννήσεων κατέρρευσαν μετά την εισαγωγή των smartphones, ανεξάρτητα από την προηγούμενη τάση. Όσο νεότερη ήταν η ηλικιακή ομάδα, τόσο πιο έντονη ήταν η πτώση — μια κατοπτρική εικόνα των προτύπων χρήσης smartphone.
Η Μελίσα Κίρνι, καθηγήτρια οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Notre Dame, λέει ότι είναι «αρκετά πιθανό το σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον των μέσων να έχει επηρεάσει βαθιά την κοινωνία με τρόπους που οδήγησαν σε μείωση των ρομαντικών σχέσεων».
Πράγματι, η θεωρία των Χάντσον και Μοσκόσo-Μποέδο ότι ο βασικός παράγοντας είναι ο λιγότερος χρόνος κοινωνικοποίησης πρόσωπο με πρόσωπο υποστηρίζεται από στοιχεία δεκάδων χωρών. Στη Νότια Κορέα, η κοινωνικοποίηση νέων ενηλίκων δια ζώσης έχει μειωθεί στο μισό μέσα σε 20 χρόνια. Ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων Μεταξύ των ζευγαριών, η σεξουαλική δυσλειτουργία είναι συχνότερη στους νέους ενήλικες με τη μεγαλύτερη χρήση κοινωνικών δικτύων, σημειώνει η φινλανδή δημογράφος Άννα Ρότκιρχ. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος που καταλαμβάνουν τα social media — αλλά και οι αξίες και οι τρόποι ζωής που προβάλλουν — δυσκολεύουν επίσης τους νέους να δημιουργήσουν σταθερές σχέσεις.
Η Άλις Έβανς από το Πανεπιστήμιο Stanford προσθέτει ότι όσο πιο παραδοσιακή είναι μια κοινωνία ως προς τους ρόλους των φύλων, τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση των smartphones στα ποσοστά γεννήσεων. Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν: η Μέση Ανατολή και η Λατινική Αμερική παρουσιάζουν μερικές από τις μεγαλύτερες πτώσεις γεννήσεων της τελευταίας δεκαετίας, ενώ πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η χρήση social media συνδέεται με χαμηλότερη γονιμότητα στην υποσαχάρια Αφρική. Στη νότια Ασία, όπου η πρόσβαση των γυναικών στο διαδίκτυο είναι συχνά πιο περιορισμένη, λιγότεροι άνθρωποι παραμένουν μόνοι.
Η Έβανς περιγράφει αυτό που αποκαλεί «πολιτισμικό άλμα», λέγοντας ότι «το Instagram και το TikTok επιτρέπουν στις νέες γυναίκες σε όλο τον κόσμο να παρακάμπτουν τις παραδοσιακές αυθεντίες… αυξάνοντας τις προσδοκίες τους για μια σχέση με τρόπο που οι άνδρες συνομήλικοί τους συχνά δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν».
Έρευνα των Financial Times έδειξε επίσης ότι το αναδυόμενο ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα σε νέους άνδρες και γυναίκες είναι φαινόμενο της εποχής των smartphones και εντοπίζεται κυρίως μεταξύ όσων δεν έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Σε αυτή την ομάδα, οι γυναίκες μετακινήθηκαν πολιτικά προς τα αριστερά, οι άνδρες όχι, και οι σχέσεις και οι γεννήσεις κατέρρευσαν. Μια πιθανότητα είναι ότι τα social media εντείνουν και παγιώνουν τις αντιδράσεις των ανθρώπων σε τάσεις όπως οι δυσκολίες στέγασης ή οι μεταβαλλόμενες οικονομικές σχέσεις ανδρών και γυναικών, κάνοντας διαδικασίες δεκαετιών να μοιάζουν με ξαφνικά κύματα, διογκώνοντας τις οικονομικές ανησυχίες και δημιουργώντας μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας και άγχους που λειτουργεί αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας. Στην πραγματικότητα, οι θεωρίες για την επίδραση των νέων τεχνολογιών στις σχέσεις και τη γονιμότητα δεν είναι καινούργιες.
Το 2001, οι ερευνητές Ρόμπερτ Χόρνικ και Εμίλ ΜακΆνανι διαπίστωσαν ότι υπήρχε ισχυρότερη σχέση ανάμεσα στη μείωση των γεννήσεων και την κατοχή τηλεόρασης παρά ανάμεσα στη γονιμότητα και το εισόδημα ή την εκπαίδευση. Μια δεκαετία αργότερα, μελέτη της Ελιάνα Λα Φεράρα και άλλων έδειξε ότι η παρακολούθηση τηλεοπτικών σαπουνόπερων που παρουσιάζουν μικρές οικογένειες οδηγούσε τις γυναίκες στο να αποκτούν λιγότερα παιδιά, ενώ το 2018 οι Άντριεν Λούκας και Νίκολας Γουίλσον διαπίστωσαν ότι η κατοχή τηλεόρασης οδηγούσε τα ζευγάρια σε λιγότερο σεξ. Δεδομένου ότι η χρήση smartphones είναι πιο έντονη και πιο μοναχική από την τηλεθέαση, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερες.
*Από την Γεωργία Κανδρή
Πηγή: In.gr