Πρόσφατο αφιέρωμα στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature» μάς έδωσε το έναυσμα γι’ αυτή την έρευνα. Αναγνωρισμένοι επιστήμονες υποστήριζαν θερμά από τις σελίδες της τη διάδοση φαρμάκων που υπόσχονται να βελτιώσουν το μυαλό των υγιών. Ένα θέμα στο οποίο αναγνώριζαν ότι έπρεπε να δοθεί σημασία ήταν η ασφάλειά τους. Αλλά αν αυτή εξασφαλιστεί, τα επονομαζόμενα «smart drugs», λένε, θα μπορούσαν να βοηθήσουν τόσο το άτομο όσο και την κοινωνία στο σύνολό της.
Το δημοσίευμα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Όπως είχαν ήδη επισημάνει βρετανικές και αμερικανικές εφημερίδες, πολλαπλασιάζονται οι φοιτητές, και δη των καλύτερων και πιο απαιτητικών πανεπιστημίων, που καταφεύγουν στα smart drugs για να βελτιώσουν τις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.

Αρχίσαμε, λοιπόν, να ψάχνουμε για τα λεγόμενα «cognitive enhancing drugs» (φάρμακα ενίσχυσης των γνωστικών λειτουργιών), τα οποία αναφέρονται στην ελληνική ορολογία συχνότερα με τον όρο «νοοτρόπες ουσίες», αν και έχει ευρύτερη σημασία από τον αγγλικό. Κυκλοφορούν κυρίως στις ΗΠΑ και μάλιστα στη μαύρη αγορά, και λιγότερο στην Ευρώπη.
Τo Vita αναζήτησε τους πλέον ενημερωμένους ειδικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη, αλλά και τη χώρα μας, και κατέγραψε τις συχνά αντικρουόμενες γνώμες τους, ώστε να μπορείτε οι ίδιοι να κρίνετε τι θα κάνετε όταν κάποια στιγμή η «αισθητική νευρολογία» -όπως κάποιοι ονομάζουν αυτή την τάση- χτυπήσει και τη δική σας πόρτα…


Φάρμακα για υγιείς

Τα cognitive enhancing drugs είναι μόδα των τελευταίων ετών. Αν και χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς, σε αυτά στρέφονται πλέον υγιείς ενήλικοι, συνήθως φοιτητές, με την ελπίδα να δουν τις επιδόσεις τους να βελτιώνονται, καθώς θεωρείται ότι ενισχύουν τη συγκέντρωση, την εγρήγορση, τη μνήμη και τη μάθηση. Ήδη η χρήση τους εξαπλώνεται εκτός πανεπιστημίων, σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου. Ειδικοί εκτιμούν ότι πιθανόν σε λίγο καιρό να χρησιμοποιούνται από εργαζομένους με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητάς τους. Εδώ, βέβαια, ανακύπτουν πολλά ζητήματα, τόσο ηθικής όσο και ασφάλειας.


Ποια είναι τα «φάρμακα της ευφυΐας»

Οι ειδικοί υπολογίζουν ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή περίπου 40 φάρμακα που κυκλοφορούν ή ετοιμάζονται στα ερευνητικά εργαστήρια με σκοπό την ενίσχυση των νοητικών λειτουργιών. Όσοι τα θέλουν γι’ αυτόν το σκοπό, τα βρίσκουν στη μαύρη αγορά με κόστος που κυμαίνεται στα 3-5 δολάρια το χάπι. Η τιμή αυτή, βέβαια, ανεβαίνει για τους φοιτητές σε εξεταστικές περιόδους. Τα πιο δημοφιλή είναι:

Ritalin, adderall Συνταγογραφούνται σε παιδιά με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής. Είναι γνωστό ότι προκαλούν εθισμό και έχουν και άλλες παρενέργειες, αλλά στην περίπτωση των υπερκινητικών παιδιών θεωρείται ότι το όφελος είναι μεγαλύτερο από το κόστος.

Provigil, με δραστική ουσία το modafinil. Προοριζόταν αρχικά για τις διαταραχές του ύπνου. Το Provigil έχει δοκιμαστεί σε εθελοντές που έπαιξαν παιχνίδια συγκέντρωσης. Αποδείχτηκε ότι εκείνοι που το πήραν είχαν πολύ καλύτερες επιδόσεις.

Αricept, με δραστική ουσία το donepezil. Αυτό -και άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας- χορηγείται σε ανθρώπους με νόσο Αλτσχάιμερ. Αυξάνει την ακετυλοχολίνη, δηλαδή ένα νευροδιαβιβαστή που θεωρείται ότι βοηθά στη διατήρηση της προσοχής και στην απομνημόνευση. Μάλιστα, έχει δοκιμαστεί και σε πιλότους, που παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις μετά τη λήψη του.


Τι λένε οι αριθμοί

• Σύμφωνα με έρευνα της επιθεώρησης «Nature» για τις προτιμήσεις των χρηστών των smart drugs: Το 62% προτιμούσε το Ritalin, το 44% χρησιμοποιούσε Provigil και το υπόλοιπο 15% β-αναστολείς.

Ανάμεσα σε αυτούς που έκαναν χρήση τέτοιων «ενισχυτικών», το 69% δήλωνε ότι θα παρέβλεπε πιθανές ελαφριές παρενέργειες. Πολλοί παραδέχτηκαν ότι θα δυσκολεύονταν να μην τα δώσουν στα παιδιά τους αν τα έπαιρναν οι συμμαθητές τους.

Έρευνα που διεξήχθη από ειδικούς του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ στις ΗΠΑ και που δημοσιεύτηκε πέρυσι στην επιστημονική επιθεώρηση «Pharma­cotherapy» έδειξε ότι σε δείγμα 1.208 φοιτητών το 18% έπαιρνε Ritalin και Adderall, για να έχει ακόμη καλύτερες επιδόσεις στο διάβασμα και στην έρευνα.

Ήδη από το 2002, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία των ΗΠΑ, 7 εκατομμύρια Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν τέτοια φάρμακα, εκ των οποίων το 1,6 εκατομμύριο ήταν μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης!

Άλλη έρευνα εκτίμησε ότι σχεδόν το 7% των φοιτητών στα αμερικανικά πανεπιστήμια έχει χρησιμοποιήσει τέτοιου είδους φάρμακα και ότι σε ορισμένα πανεπιστήμια αυτό το ποσοστό φτάνει ακόμη και το 25%. Φυσικά, αυτή η τάση αναμένεται να ενισχυθεί.

Τα τελευταία 4 χρόνια, οι πωλήσεις αυτών των φαρμάκων έχουν αυξηθεί κατά 300%.


Η γενιά που «σπρώχνεται» να πετύχει

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία φοιτήτριας που συνηγορεί υπέρ των smart drugs: «Ας μην ξεχνάμε ότι γονείς δίνουν χωρίς ιδιαίτερη σκέψη αμφεταμίνες για το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής σε 8χρονα και όλοι οι ειδικοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ελεγμένα προϊόντα όταν χρησιμοποιούνται σε φυσιολογικές δόσεις. Πράγματι, υπάρχουν κάποιες παρενέργειες, όπως είναι η μείωση της όρεξης, οι εμετοί, οι αϋπνίες κ.ά., αλλά αυτά τα φάρμακα είναι τόσο αποτελεσματικά, που αξίζουν τον κόπο…».

Ορισμένοι πιο «φιλοσοφημένοι» ευρωπαίοι σχολιαστές ρίχνουν την ευθύνη στα πρότυπα της κοινωνίας μας. Λένε: «Γιατί μας φαίνονται περίεργα όλα αυτά; Πρόκειται για μία γενιά που σπρώχθηκε να πετύχει, να μπει στα καλύτερα πανεπιστήμια ώστε να έχει τα καλύτερα βιογραφικά και σπουδές. Οι “σπασίκλες” που ασχολούνται με τους υπολογιστές έχουν αναδειχθεί σε ήρωες της κοινωνίας μας και οι καλοί βαθμοί στις εισαγωγικές εξετάσεις αποτελούν όνειρο, αλλά και απαίτηση, κάθε γονιού. Στόχος είναι η επιτυχία και τα smart drugs την υπόσχονται…».


ένα «κρυφό» όπλο


Οι β-αναστολείς, φάρμακα που παίρνουν οι υπερτασικοί, είναι το «κρυφό όπλο» καλλιτεχνών και μουσικών από τη δεκαετία του ’70. Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας, του άγχους και των πιθανών εκδηλώσεων πανικού πριν από μία δημόσια εμφάνιση, π.χ. όταν πρόκειται να δώσει κάποιος μία ομιλία ή μία συναυλία. Μία έρευνα του 1987 στις 51 μεγαλύτερες ορχήστρες στις Η.Π.Α. έδειξε ότι ο 1 στους 4 μουσικούς τους χρησιμοποιούσε στις ζωντανές εμφανίσεις.


Τα όρια της ελευθερίας και της ηθικής

Γύρω από τη διάδοση της χρήσης των smart drugs εκτυλίσσεται μια σημαντική αντιπαράθεση στην επιστημονική κοινότητα, πάνω στο έδαφος της οποίας αναδεικνύονται, επίσης, σοβαρά ηθικά διλήμματα.


Τα κατά …

Τα κυριότερα επιχειρήματα κατά της χρή­σης των smart drugs από υγιείς είναι τα εξής:

Είναι πράξη ανήθικη, αφύσικη και παράνομη, όπως όταν παίρνει κάποιος ναρκωτικά.

«T’ αγαθά κόποις κτώνται». Η ηθική μάς λέει ότι για να πετύχουμε κάτι πρέπει να κουραστούμε. Αν αυτό γίνει με ένα «μαγικό» τρόπο, δεν το δικαιούμαστε, κλέβουμε…

Η ασφάλεια αυτών των φαρμάκων είναι αμφίβολη. Όσον αφορά την ασθένεια, «ζυγίζουμε» τα πάντα ανάλογα με το όφελος και το κόστος. Όταν, όμως, ο άλλος είναι υγιής, γιατί να πάρει τέτοιο ρίσκο;

Η χρήση αυτών των φαρμάκων -εφόσον διευρυνθεί- θα επηρεάζει ακόμη και τις προσωπικές μας ελευθερίες, καθώς θα μπορούσε να απαιτείται από επαγγελματίες με δουλειές που χρειάζονται μεγάλη συγκέντρωση και ρίσκο, για παράδειγμα πιλότους, χειρουργούς κλπ., να παίρνουν τέτοια φάρμακα.

Τίθεται ζήτημα δικαιοσύνης, εφόσον θα ήταν άδικο να είχαν κάποιοι πρόσβαση και άλλοι όχι σε φάρμακα που θα μπορούσαν να αυξάνουν την αποδοτικότητα και τα ποσοστά επιτυχίας.


… και τα υπέρ

Φυσικά, δεν λείπει ο αντίλογος!

Τα όρια ανάμεσα στη θεραπεία και τη βελτίωση/ενίσχυση δεν είναι ξεκάθαρα. Για παράδειγμα, οι γιατροί δίνουν αυξητική ορμόνη σε παιδιά που υπολείπονται σε ύψος, ακόμα κι αν δεν υπάρχει παθολογική αιτία

και όχι μόνο όταν τους λείπει η αυξητική ορμόνη. Αντίστοιχα, γιατί θα πρέπει τα φάρμακα που θα ενίσχυαν

τη νοητική απόδοση να δίνονται μόνο σε όσους έχουν διαπιστωμένο νοητικό έλλειμμα και όχι και στους υπόλοιπους;

Όλοι προσπαθούμε να ενδυναμώσουμε το μυαλό μας με καλή διατροφή, άσκηση και ύπνο. Γιατί η λήψη των φαρμάκων αυτών να είναι κάτι πολύ διαφορετικό;

Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, με τα τόσα ερεθίσματα, η προσοχή μας μπορεί να διασπαστεί πολύ εύκολα, χωρίς να πάσχουμε από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής. Γιατί να μην πάρουμε, λοιπόν, φάρμακα που βοηθούν στη συγκέντρωση;

Δεν είναι ανεπίτρεπτο να ενισχύουμε τις ακαδημαϊκές μας επιδόσεις. Τότε γιατί δεν απαγορεύουμε και τα ιδιαίτερα μαθήματα, την κατανάλωση καφέ και οτιδήποτε άλλο θεωρούμε ότι βοηθά στις σπουδές;

Μπορούμε να κάνουμε γνωστούς τους πιθανούς κινδύνους σε όσους θέλουν να τα καταναλώνουν, και ως ενήλικοι θα αποφασίσουν μόνοι τους τι θα κάνουν, όπως συμβαίνει και με το κάπνισμα ή το αλκοόλ.


Ανήθικη ή επιβεβλημένη η απαγόρευση των smart drugs;

Όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και ελάχιστα με το συγκεκριμένο ζήτημα, αποκλείεται να μην έχουν συναντήσει κάπου τα ονόματά τους. Από τη μία πλευρά ο John Harris, καθηγητής Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, υποστηρικτής του δικαιώματος των υγιών να χρησιμοποιούν φάρμακα που θα βελτιώσουν τις νοητικές τους επιδόσεις, και από την άλλη ο καθηγητής Νευρολογίας Anjan Chatterjee στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Ο John Harris ισχυρίζεται ότι είναι ανήθικο να απαγορεύσουμε στους υγιείς να παίρνουν Ritalin για να βελτιώσουν τη νοητική τους απόδοση, καθώς, λέει, δεν υπάρχουν φάρμακα χωρίς παρενέργειες και επιπλέον δεν μπορούμε να παραβιάσουμε την ελεύθερη βούληση του καθενός να διαθέτει όπως θέλει τον εαυτό του. Άλλωστε, πρόκειται για ένα νόμιμο φάρμακο που χορηγείται σε μικρά παιδιά εδώ και αρκετά χρόνια. Επίσης, τονίζει ότι η πρόοδος συχνά ενέχει ρίσκα. H ανακάλυψη π.χ. του ηλεκτρικού ρεύματος θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τους ανθρώπους να δουλεύουν και στη διάρκεια της νύχτας. Η λύση όμως δεν είναι να απαγορεύσουμε το ηλεκτρικό ρεύμα, αλλά να καθορίσουμε τις ώρες εργασίας.

Αντίθετα, ο Anjan Chatterjee θεωρεί ότι υπάρχουν πολλοί και μεγάλοι κίνδυνοι από τη λήψη του Ritalin από υγιείς. Τονίζει, επίσης, ότι ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχει τοποθετήσει στη συσκευασία του ειδική προειδοποίηση, καθώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα εκείνοι που το παίρνουν να αντιμετωπίσουν εθισμό, καρδιακά προβλήματα, ακόμη και κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου. Επισημαίνει και άλλα αρνητικά: Όσοι καταφεύγουν στο Ritalin για να βελτιώσουν ορισμένες από τις νοητικές τους ικανότητες, μπορούν να παρουσιάσουν επιδείνωση σε άλλες, όπως μια σαφή μείωση της δημιουργικότητας, η οποία θεωρείται μία από τις παρενέργειες του εν λόγω φαρμάκου. Τονίζει, άλλωστε, ότι το να είναι κανείς εξυπνότερος δεν σημαίνει ότι είναι και σοφότερος!


«Ο σκοπός της Ιατρικής είναι να θεραπεύει τους ασθενείς και όχι να μετατρέψει τους κανονικούς ανθρώπους σε Θεούς» Φράνσις Φουκουγιάμα


Προσοχή, παρενέργειες!


Οι παρενέργειες αυτών των φαρμάκων διαφέρουν ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν.

Οι συχνότερες Αϋπνίες Εμετοί Διαταραχές της όρεξης, κόπωση, κεφαλαλγίες, σύγχυση, εφιδρώσεις.

Οι σοβαρότερες Πιθανότητα να αναπτύξει ο χρήστης εθισμό Προβλήματα στην καρδιά και στο γαστρεντερικό σύστημα Κίνδυνος ακόμη και αιφνίδιου θανάτου.


Τελικά, πόσο «έξυπνα» είναι τα smart drugs;

Ευφυΐα είναι, λοιπόν, ένας συνδυασμός καλής μνήμης, απόλυτης συγκέντρωσης και αυξημένης προσοχής; Ασφαλώς όχι, απαντούν οι ειδικοί, υπογραμμίζοντας ότι τα smart drugs επηρεάζουν αρνητικά άλλα χαρακτηριστικά του νου που σχετίζονται σαφώς με την εξυπνάδα και την απόδοσή μας. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι τα φάρμακα αυτά μειώνουν τη δημιουργικότητα, καθώς και την ικανότητά μας να παίρνουμε παρορμητικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να ενέχουν κάποιο ρίσκο – χαρακτηριστικά απαραίτητα για ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τη δημιουργική έρευνα και την αναζήτηση και να μην περιορίζονται στην απλή και στείρα καταγραφή γνώσεων.


Tι λένε οι επιστήμονες


Δρ. Ζ. Παπαδοπούλου – Νταϊφώτη, καθηγήτρια Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μας εκθέτουν σε κίνδυνο

Θεωρώ ότι, αν κάποιος είχε βρει φάρμακα που αυξάνουν την ευφυΐα, θα είχε ήδη πάρει Νόμπελ και θα είχε γίνει και ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, δεν έχει βρεθεί τέτοιο φάρμακο, παρόλο που η έρευνα στον τομέα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή υπάρχουν πολλές ομάδες ανθρώπων με μαθησιακά προβλήματα ή με έκπτωση των νοητικών λειτουργιών. Τα φάρμακα που αναφέρονται ως «smart drugs» είναι φάρμακα που απλώς προκαλούν μια ήπια διέγερση του ΚΝΣ (Κεντρικού Νευρικού Συστήματος), γεγονός που επιτρέπει στο άτομο να βρίσκεται σε αυξημένη εγρήγορση, αποτέλεσμα στο οποίο οδηγούν και κοινές ουσίες, όπως η καφεΐνη και η νικοτίνη. Όσο για τα υπόλοιπα, είναι φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες παθήσεις και μάλιστα με μειωμένη δραστικότητα. Αυτό δείχνει ότι όχι απλώς δεν μπορούν να βοηθήσουν τις νοητικές λειτουργίες των φυσιολογικών ατόμων, αλλά τους εκθέτουν και στον κίνδυνο των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών τους. Αναφορικά με τους β-αναστολείς, δεν έχουν καμία σχέση με τη βελτίωση των νοητικών λειτουργιών, απλώς έχουν αγχολυτική δράση χωρίς τη συνήθη μυοχαλαρωτική δράση των κλασικών αγχολυτικών, γι ’αυτό και -μόνο μετά από ιατρική συμβουλή- μπορούν να χορηγηθούν σε άτομα που υποβάλλονται σε ισχυρό στρες έκθεσης (π.χ. πιανίστες ή άλλοι που εκτίθενται σε μεγάλο κοινό). Τελειώνοντας, θέλω να θυμίσω τη φράση του Παράκελσου ότι κάθε φάρμακο μπορεί να είναι συγχρόνως και φαρμάκι εάν δεν χορηγείται σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής ιατρικής πράξης. Και δεν αποτελεί ορθή ιατρική πράξη η χορήγηση φαρμάκων με άλλες θεραπευτικές ενδείξεις για τη βελτίωση των νοητικών επιδόσεων φυσιολογικών ατόμων.


Δρ. Hank Greely, καθηγητής Νομικής και επίτιμος καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

Ανησυχώ για την ασφάλειά τους, αλλά και για τη δικαιοσύνη


Θεωρώ ότι, με σεβασμό στα φάρμακα που βοηθούν στη βελτίωση των νοητικών μας επιδόσεων, θα έπρεπε ίσως να ανησυχήσουμε λίγο για την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη, δηλαδή την ισότιμη πρόσβαση στα εν λόγω φάρμακα, αλλά και τη διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρχει εξαναγκασμός για να τα πάρει κανείς. Από τη μία πλευρά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η βελτίωση των νοητικών ικανοτήτων με φάρμακα δεν είναι μια «βρόμικη» υπόθεση και έτσι δεν θα πρέπει να αντιδρούμε αρνητικά στο άκουσμά της, αλλά από την άλλη δεν είναι και από τις υποθέσεις που μπορούμε να αντιμετωπίζουμε χωρίς καμία αίσθηση ευθύνης και κυρίως νομικού πλαισίου. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε στα χέρια μας κανένα εξαιρετικά ισχυρό φάρμακο, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει στο μέλλον.


Δρ. Κατερίνα Αντωνίου, επίκουρη καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Αναστέλλουν τη δημιουργικότητα


Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι από άποψη ηθικής είναι αποδεκτό να χρησιμοποιούν και οι υγιείς τέτοια φάρμακα, υπάρχουν ζητήματα που θέτει η Φαρμακολογία:

• Φάρμακα που ενισχύουν τη γνωστική λειτουργία είναι ορισμένα διεγερτικά, καθώς και τα αμφεταμινικού τύπου παράγωγα. Αυτά σχετίζονται με φαινόμενα κατάχρησης και συμπτωματολογία ψυχωσικού τύπου. Επιπλέον, όταν μια τέτοια ουσία, είτε είναι διεγερτική είτε όχι, βοηθά στις ανάγκες της καθημερινότητας και την ωραιοποιεί, γιατί να μην οδηγήσει και σε μια καταναγκαστική χρήση και τελικά στην εξάρτηση;

Η ασφάλεια των φαρμάκων είναι πάντα το μεγάλο ζητούμενο. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για επαναλαμβανόμενη χρήση τους. Η εμπειρία και η ιστορία της χρήσης της αμφεταμίνης ενισχύει ακόμη περισσότερο τις επιφυλάξεις. Επιπλέον, όταν μιλάμε για παιδιά ή εφήβους, τίθενται, από φαρμακολογική άποψη, ακόμη περισσότερα θέματα ασφάλειας, επειδή αυτά τα φάρμακα επιδρούν στον αναπτυσσόμενο οργανισμό και εγκέφαλό τους.

Αρκετές μελέτες έχουν υποστηρίξει ότι η χρήση αυτών των φαρμάκων μπορεί να ενισχύει κάποια χαρακτηριστικά των γνωστικών λειτουργιών, ενώ αντίθετα δεν βελτιώνει ή ακόμη και αναστέλλει κάποια άλλα χαρακτηριστικά (π.χ. τη δημιουργικότητα). Θέλω να τονίσω ότι η κατανάλωση και γρήγορη απόκτηση πληροφορίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι αποκτάμε και βιώνουμε τη γνώση και αντίστοιχα την εμπειρία. Για παράδειγμα, η έλλειψη παρορμητικών αποφάσεων και η αποφυγή αποφάσεων μεγάλου ρίσκου, πιθανώς θα δημιουργούσαν άλλου τύπου ερευνητές που δεν θα έδιναν τα μεγάλα επιτεύγματα των γνωστών πρωτοπόρων στην ιστορία των επιστημών.


Δρ. Τ. Κ. Βιδάλης, δικηγόρος, ειδικός σε ζητήματα Δικαίου και Βιοηθικής.

Όρια για τους γονείς!

Οι δυνατότητες βελτίωσης ή ενίσχυσης των φυσικών μας ικανοτήτων, κυρίως με τη χρήση φαρμάκων, έχουν οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε μια συζήτηση για την οριοθέτηση του ρόλου της Ιατρικής. Εδώ, όμως, τίθενται ορισμένα ερωτήματα:

Υπάρχουν όρια στη βελτίωση ή αυτή μπορεί να επιδιώκεται ανεμπόδιστα, καθώς η υγεία του καθενός θεωρείται προσωπική του υπόθεση;

Περιλαμβάνεται στο συμφέρον του παιδιού και η βελτίωση των φυσιολογικών του ικανοτήτων (για επιδόσεις στις σπουδές, στα σπορ κλπ.) και, αν ναι, ποια είναι τα αποδεκτά μέσα γι’ αυτήν;

Είναι θεμιτή η διεύρυνση του ρόλου της Ιατρικής πέρα από την πρόληψη και την αντιμετώπιση ασθενειών; Ιδίως, θα μπορούσαν ορισμένες βελτιώσεις να θεωρηθούν και θεραπείες σε ψυχικές καταστάσεις μειονεξίας που μπορεί να βιώνουμε (π.χ. μια πλαστική εγχείρηση που διορθώνει ακραίες δυσμορφίες μας);


Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι:

Ακόμη κι αν η υγεία μας αποτελεί αντικείμενο της προσωπικής μας αυτονομίας, συχνά επηρεάζει και άλλους. Έτσι, η χρήση βελτιωτικών μέσων σε διαγωνιστικά περιβάλλοντα (αθλητικοί αγώνες, εξετάσεις στην εκπαίδευση κλπ.) μπορεί να θίξει την ισότητα των συμμετεχόντων, όπως και την αξιοπιστία του διαγωνισμού.

Η βελτίωση πολύ συχνά υπηρετεί κοινές ματαιοδοξίες. Στην ανατροφή των παιδιών η επιβολή τους συνήθως καταλήγει σε βλαπτικά αποτελέσματα. Αυτό ισχύει, φυσικά, πολύ περισσότερο όταν η χρήση βελτιωτικών μέσων ενέχει κινδύνους για την υγεία. Κάποια όρια, λοιπόν, για όσους έχουν την ευθύνη παιδιών είναι επιβεβλημένα.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, καμία κοινωνική ηθική δεν μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς στη βελτίωση του εαυτού μας, όπως κι αν την εννοούμε. Μάλιστα, ακόμη κι αν αυτή βλάπτει την υγεία μας, αποτελεί πάντως δικαίωμά μας. Ο γιατρός, όμως, που αναλαμβάνει να μας συμβουλεύσει είναι υποχρεωμένος να μας ενημερώσει πλήρως για τις συνέπειες αυτές.