Η έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους, που προέρχονται από τα αυτοκίνητα, στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας φαίνεται να συνδέεται με την υπερκινητικότητα, σύμφωνα με έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και του Ιατρικού Κέντρου του Νοσοκομείου Παίδων της πόλης.


Στην έρευνα, που περιγράφεται σε άρθρο του περιοδικού «Environmental Health Perspectives», συμμετείχαν 576 νεογέννητα, τα οποία ζούσαν είτε κοντά είτε μακριά από κεντρικές λεωφόρους και λεωφορειακές διαδρομές. Οι ειδικοί παρακολούθησαν τα παιδιά από τη βρεφική τους ηλικία μέχρι την ηλικία των 7 ετών και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η έκθεσή τους σε τοξικές ουσίες κατά την πρώιμη παιδική ηλικία επηρεάζει σημαντικά την ανάπτυξη του εγκεφάλου, οδηγώντας σε προβλήματα στη μετέπειτα ζωή.


«Πολλοί βιολογικοί μηχανισμοί θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη σχέση μεταξύ υπερκινητικότητας και καυσαερίων, όπως για παράδειγμα η στένωση των αιμοφόρων αγγείων και η τοξική δράση στο μετωπιαίο φλοιό», εξηγεί ο Nicholas Newman, βασικός συγγραφέας της μελέτης και συμπληρώνει ότι «η ρύπανση αυτή είναι ένας από τους παράγοντες που σχετίζονται με αλλαγές στη νευρολογική ανάπτυξη, αλλά είναι και ένας από αυτούς που μπορούν να προληφθούν».


Επιπλέον, δεύτερη έρευνα που δημοσιεύεται σήμερα στην online έκδοση του «European Respiratory Journal» και πραγματοποιήθηκε σε δέκα ευρωπαϊκές πόλεις υπολογίζει ότι το 14% των περιπτώσεων χρόνιου άσθματος σε παιδιά οφείλεται στην έκθεσή τους σε καυσαέρια.