Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Stanford πειραματίζονται με μια υποσχόμενη τεχνολογία – την Οπτογενετική – που βασίζεται στη χρήση ακτινών φωτός για τον έλεγχο του πόνου, προς το παρόν σε πειραματόζωα.

Η ομάδα των επιστημόνων ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να «ανοίξουν» και να «κλείσουν» τους νευρωνικούς υποδοχείς του πόνου γεννώντας ελπίδες ότι αυτή η τεχνική μπορεί να εφαρμοστεί και στους ανθρώπους.

Η επιστήμη της Oπτογενετικής βασίζεται στην τροποποίηση του DNA των νευρώνων έτσι ώστε, ανταποκρινόμενοι στο φως, να αποστέλλουν σήματα ή να παρεμποδίζεται η αποστολή τους. Θεωρείται υποσχόμενη τεχνολογία που βασίζεται στη διέγερση φωτοευαίσθητων πρωτεϊνών για την έλεγχο της λειτουργίας μεμονωμένων νευρώνων ή ομάδας νευρώνων. Σήμερα,  χρησιμοποιείται για την μελέτη του μηχανισμού των φυσιολογικών λειτουργιών του εγκεφάλου, αλλά και παθολογικών καταστάσεων όπως η νόσος του Πάρκινσον, οι εθισμοί, η κατάθλιψη και ο αυτισμός. Μελετάται, όμως, και η πιθανή παυσίπονη εφαρμογή της.

«Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να δημιουργήσουν το δικό τους φράγμα στον πόνο», εξηγεί ο νευροχειρουργός Michael Kaplitt που μελετά την μέθοδο με σκοπό την προσαρμογή της σε ανθρώπους για λογαριασμό της αμερικανικής εταιρίας Circuit Therapeutics.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας των ειδικών του Πανεπιστημίου Stanford, που δημοσιεύθηκαν στην Nature Biotechnology, οι ειδικοί αφού κατέστησαν τις νευρικές απολήξεις των ποντικιών ευαίσθητες στο φως μέσω γονιδιακής θεραπείας, στη συνέχεια «στόχευσαν» τα πειραματόζωα με μπλε δέσμη φωτός που τους προκάλεσε πόνο και μετά με κίτρινη δέσμη φωτός που λειτούργησε παυσίπονα, καθώς ήταν σχεδιασμένη να παρεμποδίζει τη δραστηριότητα των νευρώνων.

Το γεγονός ότι καθίσταται δυνατός ο χειρισμός της ευαισθησίας και της ανταπόκρισης των νευρώνων στον πόνο, αλλά και το ότι η δέσμη φωτός έδρασε παυσίπονα με εξωτερική χρήση  αποτελούν σύμφωνα με τον δρ. Michael Kaplitt δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους που ανοίγουν το δρόμο για σημαντικές εξελίξεις στην αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου.