Η αμερικανική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Vaccine, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συμμετέχοντες μπορούσαν με επιτυχία να εμβολιαστούν μόνοι τους χρησιμοποιώντας ένα αντιγριπικό διαδερμικό επίθεμα (πατς).

Αυτό σημαίνει ότι ο «self service» εμβολιασμός είναι εφικτός, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το ποσοστό της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού. Να σημειωθεί ότι το ζήτημα της εμβολιαστικής κάλυψης είναι σοβαρό καθώς εκτιμάται ότι ένας παράγοντας έξαρσης των κρουσμάτων γρίπης φέτος, είναι το γεγονός ότι δεν εμβολιάστηκαν επαρκώς τα άτομα που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, με αποτέλεσμα η γρίπη να θερίζει.

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα έδειξαν ότι προτιμούσαν το εμβόλιο σε πατς συγκριτικά με την ένεση, κάτι το οποίο φάνηκε και στην αύξηση του ποσοστού όσων είπαν ότι σκοπεύουν να εμβολιαστούν – από 46% σε 65%.

«Το όνειρό μας είναι ότι κάθε χρόνο στα φαρμακεία θα υπάρχουν αντιγριπικά πατς που οι άνθρωποι θα εφαρμόζουν μόνοι τους» είπε ο Mark Prausnitz καθηγητής στη Σχολή Χημικής και Βιομοριακής Μηχανικής του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Τζόρτζια των Η.Π.Α.

Η έρευνα για το βαθμό αποδοχής των ασθενών ενός εμβολίου σε μορφή επιθέματος διεξήχθη σε 100 εθελοντές που κλήθηκαν να εφαρμόσουν μόνοι τους τρία διαφορετικά πατς στο δέρμα τους, ενώ για λόγους σύγκρισης σωστής εφαρμογής το τέταρτο πατς εφαρμόστηκε από τους ερευνητές. «Διαπιστώσαμε ότι όλοι οι συμμετέχοντες ήταν σε θέση να βάλουν μόνοι τους το επίθεμα με τις μικροβελόνες, αν και δεν το κατάφεραν όλοι με την πρώτη προσπάθεια», εξηγεί ο καθηγητής Prausnitz.

Το ποσοστό όσων είπαν ότι σκοπεύουν να εμβολιαστούν για τη γρίπη αυξήθηκε από 46% σε 65% εάν είχαν την επιλογή του δερματικού επιθέματος. Επίσης το επίθεμα αξιολογήθηκε ως λιγότερο επώδυνο συγκριτικά με την ένεση – σε μια κλίμακα από το ένα ως το 100 το πατς βαθμολογήθηκε με 1,5 και η ένεση με 15.

Η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Prausnitz σκοπεύει να ξεκινήσει τη φάση 1 κλινικής έρευνας για τα πατς εμβολίων την άνοιξη του 2015.  Εάν όλα πάνε καλά το αντιγριπικό πατς θα είναι διαθέσιμο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και σύμφωνα με τον δρ Prausnitz πρώτα θα χορηγείται από νοσηλευτές προτού γίνει διαθέσιμο για προσωπική εφαρμογή.

Δείτε επίσης: