Μεγάλη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο που έγινε σε 8500 Καναδούς ασθενείς, τους οποίους και συνέχισαν να παρακολουθούν οι επιστήμονες για άλλους 67 μήνες, επιβεβαίωσε τη σύνδεση μεταξύ της υπνικής άπνοιας και του διαβήτη, που είχε φανεί και από άλλες, μικρότερες μελέτες.

Η έρευνα συμπεριέλαβε 8678 ενήλικες με υποψία υπνικής άπνοιας που δεν υπέφεραν από διαβήτη και που υποβλήθηκαν σε μία διαγνωστική υπνική μελέτη μεταξύ του 1994 και του 2010 και που παρακολουθήθηκαν τον Μάιο του 2011 για να βρεθεί αν στη συνέχεια είχαν αναπτύξει διαβήτη. Αφού εξετάστηκαν, η σοβαρότητα του προβλήματος υπνικής άπνοιας που παρουσίαζαν χαρακτηρίστηκε ως: μηδενική, ελαφριά, μέτρια και σοβαρή. Στη διάρκεια της μετέπειτα παρακολούθησης 1017 ασθενείς ανέπτυξαν διαβήτη.

Οι ερευνητές ομαλοποίησαν όλους τους άλλους παράγοντες που γνωρίζουμε ότι επηρεάζουν την εμφάνιση του διαβήτη, όπως είναι: το κάπνισμα, η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος, η οικονομική κατάσταση, η περίμετρος του λαιμού και βρήκαν ότι όσοι υπέφεραν από σοβαρή υπνική άπνοια είχαν 30% μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη από όσους δεν είχαν τέτοιο πρόβλημα (η σοβαρότητα του προβλήματος υπνικής άπνοιας είχε χαρακτηριστεί ως μηδενική). Όσοι είχαν ελαφριά ή μέτρια είχαν 23% περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη.

Ο στόχος των ερευνητών, που δεν συμπεριέλαβαν παράγοντες όπως η κληρονομικότητα και η φυλή, που επηρεάζουν επίσης την πιθανότητα εμφάνισης του διαβήτη, είναι να αποκτήσουν οι ειδικοί άλλον έναν τρόπο να υποψιάζονται τον διαβήτη και να βοηθούν τους πιθανούς ασθενείς τους να τον προλάβουν.