Οι άνθρωποι που μειώνουν το ποσοστό των υδατανθράκων από τη διατροφή τους ίσως να μειώνουν και το προσδόκιμο ζωής τους, σύμφωνα με νέα μελέτη που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας στο Μόναχο.

Επιστημονική ομάδα με επικεφαλής τον Δρ Μασιετζ Μπανατς μελέτησε στοιχεία για 24.825 Αμερικανούς, κατά μέσο όρο 48 ετών, οι οποίοι είχαν ερωτηθεί για τις διατροφικές τους συνήθειες και βάσει αυτών χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες ανάλογα με το ποσοστό των υδατανθράκων στη διατροφή τους. Λήφθηκαν επίσης υπόψη επίσης παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η άθληση και το εισόδημα.

Συνολικά, το ένα τέταρτο με το χαμηλότερο ποσοστό πρόσληψης υδατανθράκων είχαν 32% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε ορίζοντα εξαετίας, έναντι όσων έτρωγαν τους περισσότερους υδατάνθρακες. Οι πιθανότητες θανάτου από καρδιακή νόσο ή εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν 50% υψηλότερες, ενώ ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο ήταν 35% μεγαλύτερος. Τα διατροφικά σχήματα με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες συνήθως περιλαμβάνουν πολλές πρωτεΐνες, κυρίως κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα, λίγα λαχανικά, φρούτα και δημητριακά.

 «Μπορεί τα διατροφικά σχήματα με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες να είναι χρήσιμα μεσοπρόθεσμα για την απώλεια βάρους, τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Αλλά η μελέτη μας δείχνει ότι μακροπρόθεσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, θανάτους από καρδιαγγειακά νοσήματα, καρδιαγγειακή νοσηρότητα και καρκίνο», εξήγησε ο Δρ Μπανατς.