Περισσότερο από το 80% των ανθρώπων που βγήκαν θετικοί σε εθνική έρευνα για τον κοροναϊό, δεν είχαν κανένα από τα κύρια συμπτώματα της ασθένειας μέχρι και την ημέρα που υποβλήθηκαν σε τεστ.

Το εύρημα γέννησε φόβους ότι οι μελλοντικές εξάρσεις κοροναϊού θα είναι δύσκολο να τεθούν υπό έλεγχο χωρίς πιο εκτεταμένο έλεγχο εντός της κοινότητας που θα εντοπίζει τη «σιωπηλή μετάδοση», ιδιαιτέρως σε πανεπιστήμια και χώρους εργασίας υψηλού κινδύνου, όπως τα εργοστάσια επεξεργασίας κρεάτων.

Ερευνητές του UCL, δήλωσαν ότι το 86,1% των φορέων που εντοπίστηκαν από την έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Βρετανίας (ONS) που διεξήχθη από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο δεν είχαν κανένα από τα κύρια συμπτώματα της ασθένειας, δηλαδή βήχα, πυρετό, αγευσία ή ανοσμία την ημέρα που υποβλήθηκαν σε τεστ.

Χωρίς συμπτώματα η συντριπτική πλειοψηφία

 

Τα τρία τέταρτα εκείνων που βγήκαν θετικοί δεν είχαν κανένα ορατό συμπτώματα, όπως ανακάλυψαν οι επιστήμονες όταν έλεγξαν πόσοι είχαν δηλώσει άλλα συμπτώματα, όπως εξάντληση ή δύσπνοια την ημέρα της εξέτασης.

Σε αντίθεση με τα τεστ για κοροναϊό στην κοινότητα, που εστιάζουν σε άτομα που έχουν παρουσιάσει συμπτώματα, η έρευνα του ONS πραγματοποιεί τακτικά τεστ σε δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά σε όλη τη χώρα, είτε οι ένοικοι έχουν παρουσιάσει συμπτώματα είτε όχι.

Ανάγκη ελέγχου των ασυμπτωματικών

 

«Αυτή τη στιγμή, η έμφαση δίνεται σε εκείνους που έχουν συμπτώματα, όμως αν δεν εντοπίζουμε τόσο πολλούς ασυμπτωματικούς και προσυμπτωματικούς, μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να ελέγξουμε εγκαίρως τις εξάρσεις, πριν αυτές βγουν εκτός ελέγχου», προειδοποιεί η Ιρίν Πέτερσεν, μία από τους συγγραφείς της έρευνας και καθηγήτρια επιδημιολογίας και ιατρικής πληροφορικής.

Αν και τα άτομα που βγήκαν θετικά ενδέχεται αργότερα να εμφάνισαν πυρετό ή άλλα συχνά συμπτώματα, η Πέτερσεν πιστεύει ότι υπάρχει κίνδυνος «σιωπηλής μετάδοσης» από άτομα που δεν γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί.

Τα ευρήματα της μελέτης

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Epidemiology, ανέλυσε τα συμπτώματα που περιγράφηκαν από περισσότερους από 36.000 ανθρώπους που έκαναν τεστ μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου. Μόνο 115 τεστ βγήκαν θετικά και από αυτά μόνο 27 άτομα (το 23,5%) είχαν οποιοδήποτε σύμπτωμα.

Όταν οι επιστήμονες περιόρισαν τα συμπτώματα στα τρία που παρουσιάζουν συχνότερα οι ασθενείς κοροναϊού, δηλαδή στον βήχα ή τον πυρετό ή την απώλεια γεύσης ή όσφρησης, το ποσοστό μειώθηκε ακόμη περισσότερο, φτάνοντας στο 13,9% (16 άτομα).

Φόβος για τα Χριστούγεννα

Υπό το φως αυτών των ευρημάτων, η Πέτερσον υποστηρίζει ότι τα πανεπιστήμια και οι χώροι εργασίας υψηλού κινδύνου, όπως τα εργοστάσια επεξεργασίας κρεάτων, θα πρέπει να πραγματοποιούν τακτικά τεστ για να εντοπίσουν φορείς που μπορεί να μην έχουν παρουσιάσει συμπτώματα. Παρότρυνε τα πανεπιστήμια να αυξήσουν τη δυνατότητά τους για τεστ, προκειμένου οι φοιτητές να μπορούν να εξετάζονται κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, και – κυρίως – πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους τα Χριστούγεννα. «Οι φοιτητές φέρνουν συχνά μαζί τους κάποιο μικρόβιο όταν επιστρέφουν στο σπίτι τους, και φέτος τα Χριστούγεννα αυτό το μικρόβιο θα μπορούσε να είναι ο κοροναϊός, τροφοδοτώντας νέες εστίες μετάδοσης», εξηγεί.

Τον περασμένο μήνα, η συμβουλευτική επιστημονική ομάδα της βρετανικής κυβέρνησης για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης (Sage) εξέδωσε αντίστοιχη προειδοποίηση, αναφέροντας ότι υπάρχει «τεράστιος κίνδυνος» μεγάλοι αριθμοί φοιτητών-φορέων του ιού να δημιουργήσουν εστίες μετάδοσης σε όλη τη χώρα, επιστρέφοντας στους γονείς τους στο τέλος του εξαμήνου,

Λύση ο μαζικός έλεγχος;

Δεδομένης της πίεσης γύρω από τη δυνατότητα για τεστ, η Πέτερσεν πιστεύει ότι απαιτείται μαζικός έλεγχος δειγμάτων. Αυτό σημαίνει ότι τα δείγματα από πολλούς ασθενείς ομαδοποιούνται και ελέγχονται όλα μαζί. Αν μια από τις ομάδες βγει θετική, τα άτομα πρέπει να εξεταστούν ξανά, αυτή τη φορά σε ατομικό επίπεδο, για να εντοπιστεί ο θετικός.

Ο Πάτρικ Μάξγουελ, επικεφαλής του τμήματος κλινικής ιατρικής του Κέιμπριτζ, πιστεύει ότι η μελέτη υπογραμμίζει πόσο μεγάλο είναι το ποσοστό των φορέων που είναι ασυμπτωματικοί. «Θα υπάρξουν τεράστια οφέλη για τη δημόσια υγεία από άποψη μείωσης της μετάδοσης αν μπορούμε να εντοπίσουμε με αξιόπιστο τρόπο τους ασυμπτωματικούς φορείς, και να τους συμβουλεύσουμε να αυτό-απομονωθούν», τονίζει, μιλώντας στον Guardian.

Όπως λέει, το Κέιμπριτζ δοκιμάζει μια μέθοδο που χρησιμοποιεί τον μαζικό έλεγχο δειγμάτων για να επιτρέψει ένα «πρόγραμμα μαζικής εξέτασης ασυμπτωματικών» φοιτητών.