Οι τοπικές και συστημικές παρενέργειες που προκαλούν τα εμβόλια Covid-19 της AstraZeneca και της Pfizer είναι στην πράξη λιγότερο συχνές από ό,τι έδειχναν οι κλινικές μελέτες, εκτιμά νέα, μεγάλη μελέτη στη Βρετανία.

Μόνο ένας στους τέσσερις εμβολιασθέντες θα εμφανίσει συστημικές παρενέργειες, δηλαδή συμπτώματα που δεν αφορούν την περιοχή της ένεσης, τα οποία είναι συνήθως ήπια και δεν διαρκούν πάνω από 1-2 ημέρες.

Ο πονοκέφαλος και η κόπωση είναι οι πιο συχνές συστημικές παρενέργειες, ενώ η ευαισθησία στο σημείο της ένεσης είναι η συχνότερη τοπική παρενέργεια, αναφέρουν ερευνητές του King’s College στο Λονδίνο στην επιθεώρηση Lancet Infectious Diseases.

H μελέτη, με επικεφαλής την ελληνικής καταγωγής ερευνήτρια Χριστίνα Μέννη, είναι η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί ως σήμερα για τη σύγκριση των δύο εμβολίων που χρησιμοποιούνται στη βρετανική εκστρατεία μαζικής ανοσοποίησης.

Η δημοσίευση αφενός δείχνει ότι οι παρενέργειες του εμβολιασμού είναι σχετικά σπάνιες και ήπιες, αφετέρου επιβεβαιώνει ότι ακόμα και μία δόση του εμβολίου είναι αποτελεσματική στην πρόληψη της συμπτωματικής Covid-19: τα κρούσματα που καταγράφηκαν 21 ημέρες μετά την πρώτη δόση της Pfizer ήταν 69% λιγότερα συχνά σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ενώ η αντίστοιχη μείωση μετά την πρώτη δόση της AstraZeneca υπολογίστηκε στο 60%.

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα του προγράμματος ZOE, στο οποίο εγγράφηκαν εθελοντικά πάνω από 627.000 Βρετανοί πολίτες, οι οποίοι δέχτηκαν να καταχωρίσουν τα τυχόν συμπτώματα που εμφάνισαν μετά τον εμβολιασμό σε ειδικό app. Τα δεδομένα αφορούν πολίτες που είχαν λάβει μία δόση του εμβολίου της AstraZeneca, ή μία ή δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer, το διάστημα 8 Δεκεμβρίου – 10 Μαρτίου.

Τα κυριότερα ευρήματα:

Μόνο το 25,4 των συμμετεχόντων ανέφερε μία ή περισσότερες συστημικές ανεπιθύμητες δράσεις, ενώ το 66,2% ανέφερε τουλάχιστον μία τοπική παρενέργεια.

Το 13,5% των συμμετεχόντων ανέφερε παρενέργειες μετά την πρώτη δόση του εμβολίου της Pfizer, ποσοστό που αυξήθηκε στο 22,0% με τη δεύτερη δόση –μια αναμενόμενη αύξηση, καθώς ο οργανισμός έχει ήδη αρχίσει να παράγει αντισώματα μετά την πρώτη έκθεση στο εμβόλιο.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνότερες με την πρώτη δόση του εμβολίου της Pfizer, καθώς αναφέρθηκαν από το 37,7% των ληπτών του εμβολίου.

Η συχνότερη συστημική ανεπιθύμητη δράση ήταν ο πονοκέφαλος, ο οποίος αναφέρθηκε από το 7,8% των συμμετεχόντων που είχαν λάβει την πρώτη δόση του εμβολίου της Pfizer και στο 13,2% των εθελοντών που έλαβαν και τη δεύτερη δόση. Πονοκέφαλο ανέφεραν επίσης το 22,8% των εθελοντών που είχαν λάβει την πρώτη δόση του εμβολίου της Astra.

Η δεύτερη συχνότερη συστημική παρενέργεια ήταν η κόπωση, η οποία εκδηλώθηκε στο 8,4% και το 14,4% όσων είχαν λάβει μία ή δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer αντίστοιχα. Στην περίπτωση του εμβολίου της AstraZeneca, το ποσοστό ήταν 21,1%.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι παρενέργειες ήταν σημαντικά συχνότερες στους εμβολιασμένους κάτω των 50 ετών, πιθανώς επειδή το ανοσοποιητικό σύστημα των ηλικιωμένων δεν αντιδρά τόσο έντονα στο εμβόλιο. Ήταν όμως συχνότερες και μεταξύ των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες.

Επιπλέον, οι παρενέργειες ήταν εντονότερες σε όσους έλαβαν το εμβόλιο αφότου είχαν αναρρώσει από Covid-19, πιθανώς επειδή ο οργανισμός τους είχε ήδη μάθει να αναγνωρίζει τον ιό. Οι συστημικές αντιδράσεις ήταν τρεις φορές συχνότερες στους εθελοντές που έλαβαν μία ή δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer και δύο φορές συχνότερες μεταξύ αυτών που έλαβαν την πρώτη δόση της Astra.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι παρενέργειες ήταν γενικά πολύ συχνότερες στα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών που διενεργήθηκαν για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας. Στην  Φάση ΙΙΙ των κλινικών δοκιμών της Pfizer, έως και το 83% ανέφεραν πόνο στο σημείο της ένεσης, έως και το 47% ανέφερε κόπωση και μέχρι το 42% ανέφερε πονοκέφαλο.

Η νέα ανάλυση δείχνει ότι στην πράξη μόνο το 30% των εθελοντών παραπονέθηκαν για πόνο στο σημείο της ένεσης και λιγότερο από 10% για κόπωση και πονοκέφαλο μετά την πρώτη δόση της Pfizer.

Ομοίως, στην Φάση ΙΙΙ των κλινικών μελετών της AstraZeneca, συστημικές ανεπιθύμητες δράσεις αναφέρθηκαν στο 88% των νέων συμμετεχόντων (18-55 ετών) μετά την πρώτη δόση, ποσοστό που πέφτει στη νέα ανάλυση στο 46,2%.

Παρόλα αυτά, η μελέτη βρίσκεται σε συμφωνία με τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού στην πρόληψη της Covid-19.

Όπως σχολίασε ο σερ Τιμ Σπέκτορ, καθηγητής Γενετικής Επιδημιολογίας στο King’s College και επικεφαλής του προγράμματος Zoe, «τα ευρήματα καθησυχάζουν ότι, στην πράξη, οι παρενέργειες του εμβολίου είναι συνήθως ήπιες και βραχύβιες, ειδικά για τους ανθρώπους άνω των 50 που αντιμετωπίζουν και τον μεγαλύτερο κίνδυνο λοίμωξης».

Ακολουθήστε το στο Google News