Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε καύσωνες φαίνεται να επιταχύνει τη γήρανση των ανθρώπων, με επιβλαβείς επιπτώσεις συγκρίσιμες με το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ ή την έλλειψη άσκησης, υποστηρίζει νέα μελέτη.

Προηγούμενα στοιχεία έχουν συνδέσει τους καύσωνες με βραχυπρόθεσμες αυξήσεις των θανάτων. Ωστόσο, τα νέα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Nature Climate Change, φαίνεται να αποκαλύπτουν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Πόσο μας γερνούν οι καύσωνες;

Στα πλαίσια της μελέτης, αναλύθηκαν δεδομένα υγείας 15 χρόνων από σχεδόν 24.922 ενήλικες στην Ταϊβάν, οι οποίοι ήταν κατά μέσο όρο 46 ετών. Η μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόλις τέσσερις επιπλέον ημέρες έκθεσης σε καύσωνα σε διάστημα δύο ετών φάνηκαν να σχετίζονται με αύξηση της βιολογικής ηλικίας κατά περίπου εννέα ημέρες.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν χρησιμοποίησαν συνήθεις ιατρικούς δείκτες – αρτηριακή πίεση, δείκτες φλεγμονής, χοληστερόλη και μετρήσεις της λειτουργίας των πνευμόνων, του ήπατος και των νεφρών – για να υπολογίσουν τη «βιολογική ηλικία» κάθε συμμετέχοντα και στη συνέχεια υπολόγισαν τον τρόπο με τον οποίο η ηλικία αυτή μεταβαλλόταν με την έκθεση σε καύσωνα. καύσωνας

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι εργαζόμενοι σε χειρωνακτική εργασία, οι κάτοικοι αγροτικών περιοχών και οι άνθρωποι σε κοινότητες με περιορισμένο κλιματισμό φάνηκαν να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στη γήρανση που σχετίζεται με τους καύσωνες. «Εάν η έκθεση σε καύσωνες συσσωρευτεί για αρκετές δεκαετίες, οι επιπτώσεις στην υγεία θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες» αναφέρουν οι ερευνητές.

«Καθώς οι καύσωνες εμφανίζονται συχνότερα και διαρκούν περισσότερο, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες στο μέλλον» συμπληρώνουν οι ίδιοι.

Γιατί δεν πρέπει να το αγνοήσουμε

Τα νέα ευρήματα έρχονται εν μέσω μιας παγκόσμιας κλιματικής κρίσης που κάνει τους καύσωνες να διαρκούν περισσότερο, να είναι πιο θερμοί και πιο συχνοί. Συγκεκριμένα, οι καυτές θερμοκρασίες επηρεάζουν την Ευρώπη, η οποία αποτελεί μία από τις ταχύτερα θερμαινόμενες περιοχές του πλανήτη.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η νέα μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για πολιτικές που μειώνουν τις περιβαλλοντικές ανισότητες και ενισχύουν την ανθεκτικότητα στους καύσωνες, ιδίως για τους ευάλωτους πληθυσμούς.