Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό British Journal of Psychology υποστηρίζει ότι η μισοφωνία αντικατοπτρίζει ευρύτερα ψυχολογικά και γνωστικά χαρακτηριστικά και δεν περιορίζεται απλώς στην ενόχληση από συγκεκριμένους ήχους.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της εν λόγω μελέτης, τα άτομα με μισοφωνία δυσκολεύονται να εναλλάσσουν την προσοχή τους σε συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις, παρουσιάζουν μειωμένη γνωστική ευελιξία και είναι πιο επιρρεπή επαναλαμβανόμενες, αρνητικές σκέψεις.

Αυτά τα μοτίβα δείχνουν ένα πιο πολύπλοκο ψυχολογικό προφίλ που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αυτά βιώνουν και διαχειρίζονται τις συναισθηματικές και γνωστικές προκλήσεις της καθημερινότητας.

Τι είναι η μισοφωνία

Η μισοφωνία είναι μια πάθηση όπου συγκεκριμένοι ήχοι, όπως το μάσημα, το κλικ ενός στιλό ή ακόμη και η αναπνοή προκαλούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως θυμό, αηδία ή άγχος. Αυτές οι αντιδράσεις με τη σειρά τους συχνά προκαλούν έντονη δυσφορία στους άλλους και κοινωνικές δυσκολίες.

Παρόλο που η ευαισθησία αυτή μπορεί να φαίνεται απλώς σαν μια «παράξενη συνήθεια», η έρευνα δείχνει ότι πίσω της κρύβονται βαθύτερες ψυχολογικές διεργασίες.

Τι εξέτασε η έρευνα

Οι ερευνητές ήθελαν να εξετάσουν αν τα προβλήματα συγκέντρωσης και συναισθηματικής ρύθμισης που συνδέονται με τη μισοφωνία αντικατοπτρίζουν γενικότερη δυσκολία στην «ευελιξία σκέψης», ειδικά όταν εμπλέκονται συναισθήματα. Μελέτησαν, επίσης, τη γνωστική ευελιξία συνολικά, καθώς και την τάση για συνεχή ανακύκλωση αρνητικών σκέψεων ή συναισθημάτων.

Όπως αναφέρουν, η μισοφωνία ίσως δεν είναι απλώς μια ευαισθησία στους ήχους, αλλά ένα σύμπτωμα μιας πιο πολύπλοκης διαταραχής. Στη μελέτη που διεξήχθη συμμετείχαν 140 ενήλικες, από τους οποίους περίπου το 25% εμφάνιζε κλινικά σημαντική μισοφωνία.

Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν ένα τεστ που αξιολογεί πόσο εύκολα μπορούν να αλλάζουν νοητικό «μοτίβο» ανάμεσα σε διαφορετικού τύπου συναισθηματικά ερεθίσματα. Επιπλέον, συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για γνωστική ευελιξία, επαναλαμβανόμενες αρνητικές σκέψεις και σοβαρότητα των συμπτωμάτων της μισοφωνίας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι συμμετέχοντες με έντονη μισοφωνία τα πήγαν χειρότερα σε συναισθηματικά φορτισμένες δοκιμασίες. Συγκεκριμένα, έκαναν περισσότερα λάθη, όταν έπρεπε να εναλλάξουν την προσοχή τους. Αυτή η δυσκολία δεν οφειλόταν μόνο σε γενική ακαμψία σκέψης, αλλά ειδικά σε συναισθηματικά ερεθίσματα.

Τα άτομα με μισοφωνία ανέφεραν επίσης χαμηλότερη γνωστική ευελιξία και περισσότερες σκέψεις θυμού και αυτοκριτικής. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η μισοφωνία δεν περιορίζεται στα αυτιά, αλλά σχετίζεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και ρυθμίζει τα συναισθήματα.

Μόνο η «κορυφή του παγόβουνου»

Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι η ευαισθησία στους ήχους μπορεί να είναι μόνο η «ορατή κορυφή του παγόβουνου». Οι άνθρωποι με μισοφωνία παρουσιάζουν και άλλες ψυχολογικές διαφορές, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν ακουστικά ερεθίσματα.

Η έρευνα συμβάλλει στην κατανόηση της μισοφωνίας ως πραγματικής, πολύπλευρης διαταραχής, και όχι απλώς ως μίας «υπερευαισθησίας» στο περιβάλλον.