Η προστασία του οργανισμού από μικρόβια και παθογόνους μικροοργανισμούς δεν ξεκινά όταν αρρωστήσουμε, αλλά πολύ νωρίτερα. Η πρώτη γραμμή άμυνας του ανοσοποιητικού μας συστήματος είναι οι βλεννογόνοι υμένες, τα λεπτά στρώματα που καλύπτουν το έντερο, τους αεραγωγούς και άλλα σημεία του σώματος που έρχονται σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Στο έντερο, αυτός ο προστατευτικός ρόλος ανήκει σε μεγάλο βαθμό στη βλέννα: ένα «φίλτρο» που εμποδίζει τα επιβλαβή βακτήρια να έρθουν σε άμεση επαφή με τα κύτταρα. Νέα έρευνα από το MIT δείχνει ότι μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη παίζει καθοριστικό ρόλο στη θωράκιση αυτού του φραγμού.
Τι είναι οι λεκτίνες και γιατί μας προστατεύουν
Σημαντικό μέρος της άμυνας των βλεννογόνων είναι οι λεκτίνες, μια ομάδα πρωτεϊνών που αναγνωρίζουν μικρόβια «διαβάζοντας» τα σάκχαρα που υπάρχουν στην επιφάνειά τους. Με απλά λόγια, λειτουργούν σαν αισθητήρες που ξεχωρίζουν τα παθογόνα κύτταρα από τα κύτταρα του οργανισμού μας.
Οι ερευνητές του MIT εστίασαν σε μία τέτοια λεκτίνη, την ιντελεκτίνη-2 (intelectin-2), και διαπίστωσαν ότι μπορεί να δράσει ενάντια σε πολλά διαφορετικά βακτήρια του γαστρεντερικού συστήματος.
Πώς λειτουργεί η πρωτεΐνη ιντελεκτίνη-2
Η ιντελεκτίνη-2 αναγνωρίζει συγκεκριμένα σάκχαρα που βρίσκονται τόσο στη βλέννα όσο και στην επιφάνεια ορισμένων βακτηρίων. Όταν προσκολλάται στη βλέννα, ενισχύει τη συνοχή της, κάνοντας τον βλεννογόνο φραγμό πιο σταθερό και πιο ανθεκτικό.
Ταυτόχρονα, μπορεί να δεσμεύεται απευθείας πάνω στα βακτήρια, παγιδεύοντάς τα μέσα στη βλέννα και επιβραδύνοντας την ανάπτυξή τους. Με την πάροδο του χρόνου, τα παγιδευμένα μικρόβια αποδομούνται, γεγονός που δείχνει ότι η πρωτεΐνη δεν τα ακινητοποιεί απλώς, αλλά μπορεί και να τα εξοντώνει.
Όπως εξηγεί η Λώρα Κίσλινγκ, καθηγήτρια Χημείας στο MIT και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, η ιντελεκτίνη-2 δρα με δύο τρόπους:
σταθεροποιεί το προστατευτικό στρώμα της βλέννας και, αν αυτός ο φραγμός διαταραχθεί, περιορίζει άμεσα τα βακτήρια που προσπαθούν να τον διαπεράσουν.
Ένας μηχανισμός με ευρεία δράση
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η ιντελεκτίνη-2 μπορεί να δεσμεύεται σε πολλά διαφορετικά παθογόνα βακτήρια που προκαλούν γαστρεντερικές λοιμώξεις. Μάλιστα, η δράση της φαίνεται να επηρεάζει και ορισμένα μικρόβια που εμφανίζουν αντοχή στα αντιβιοτικά, όπως το Staphylococcus aureus και το Klebsiella pneumoniae.
Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δείχνει ότι ο οργανισμός διαθέτει φυσικούς μηχανισμούς άμυνας που λειτουργούν διαφορετικά από τα κλασικά αντιβιοτικά.
Τι σημαίνει αυτό για τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου
Σε άτομα με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, τα επίπεδα της ιντελεκτίνης-2 μπορεί να είναι διαταραγμένα. Όταν είναι χαμηλά, ο βλεννογόνος φραγμός αποδυναμώνεται, επιτρέποντας στα μικρόβια να έρθουν πιο κοντά στο εντερικό τοίχωμα. Όταν είναι υπερβολικά υψηλά, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν και τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να αναπτυχθούν θεραπείες που στοχεύουν στη ρύθμιση αυτής της πρωτεΐνης, με στόχο την ενίσχυση της φυσικής άμυνας του εντέρου χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία του μικροβιώματος.
Μια νέα προσέγγιση στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, ανοίγει τον δρόμο για μια διαφορετική στρατηγική απέναντι στις λοιμώξεις: την αξιοποίηση των ίδιων των αμυντικών μηχανισμών του ανθρώπινου σώματος.
Αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε αντιβιοτικά, οι μελλοντικές θεραπείες θα μπορούσαν να ενισχύουν τον βλεννογόνο φραγμό και να αξιοποιούν πρωτεΐνες όπως η ιντελεκτίνη-2, οι οποίες ήδη αποτελούν μέρος της φυσικής μας άμυνας.