Περισσότερα από 18 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με ρευματοειδή αρθρίτιδα, μια χρόνια αυτοάνοση νόσο που προκαλεί φλεγμονή κυρίως στις αρθρώσεις. Σε αυτή την πάθηση, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα σε υγιείς ιστούς, οδηγώντας σε πόνο, πρήξιμο και δυσκαμψία. Πολλοί ασθενείς περιγράφουν επίσης έντονη κόπωση και μια γενική αίσθηση κακουχίας, παρόμοια με αυτή της γρίπης.
Αν η νόσος δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες στις αρθρώσεις και σημαντική αναπηρία. Ακόμη και με θεραπεία, σε προχωρημένα στάδια μπορεί να δυσκολεύει καθημερινές δραστηριότητες, όπως το ντύσιμο, η προετοιμασία φαγητού ή η φροντίδα των παιδιών. Μέχρι πρόσφατα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα διαγιγνώσκονταν όταν είχαν ήδη εμφανιστεί τα συμπτώματα. Σήμερα, όμως, η επιστημονική έρευνα στρέφεται όλο και περισσότερο προς κάτι διαφορετικό: την έγκαιρη ανίχνευση και ενδεχομένως την πρόληψη.
Η νόσος ξεκινά πριν γίνει «ορατή»
Η κλασική διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας βασίζεται στην κλινική εικόνα: πόνος, πρήξιμο και δυσκαμψία στις αρθρώσεις, σε συνδυασμό με αιματολογικές εξετάσεις. Σε αυτές τις εξετάσεις ανιχνεύονται συχνά αυτοαντισώματα, όπως ο ρευματοειδής παράγοντας, τα οποία εμφανίζονται σε μεγάλο ποσοστό των ασθενών.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει σαφές ότι η νόσος δεν ξεκινά απότομα. Αντίθετα, προηγείται ένα λεγόμενο «προκλινικό στάδιο», που μπορεί να διαρκέσει τρία έως πέντε χρόνια ή και περισσότερο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει ήδη αρχίσει να δυσλειτουργεί και τα αυτοαντισώματα μπορούν να ανιχνευθούν στο αίμα, χωρίς όμως να υπάρχουν ακόμη εμφανή συμπτώματα ή πρήξιμο στις αρθρώσεις.
Αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο μπορεί να βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο για ρευματοειδή αρθρίτιδα, χωρίς να το γνωρίζει και χωρίς να αισθάνεται κάτι.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;
Ο εντοπισμός του προκλινικού σταδίου βασίζεται σε έναν συνδυασμό δεικτών. Εκτός από τα αυτοαντισώματα, σημαντικό ρόλο παίζουν ήπια αλλά επίμονα συμπτώματα, όπως η παρατεταμένη πρωινή δυσκαμψία, καθώς και ευρήματα από απεικονιστικές εξετάσεις που δείχνουν υποκλινική φλεγμονή.
Η πρόβλεψη της μελλοντικής εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας βρίσκεται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο. Ωστόσο, ο στόχος είναι να ενταχθεί σταδιακά στον προληπτικό έλεγχο υγείας, με τρόπο παρόμοιο με την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου μέσω της χοληστερόλης ή της αρτηριακής πίεσης.
Μπορεί η ρευματοειδής αρθρίτιδα να προληφθεί;
Καθώς η επιστήμη μαθαίνει να αναγνωρίζει ποιοι άνθρωποι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο, ανοίγει ο δρόμος για νέες θεραπευτικές στρατηγικές. Κλινικές δοκιμές εξετάζουν αν η πρώιμη, σύντομη χορήγηση φαρμάκων που ήδη χρησιμοποιούνται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα μπορεί να καθυστερήσει ή ακόμη και να αποτρέψει την πλήρη εκδήλωση της νόσου.
Η ιδέα πίσω από αυτή την προσέγγιση είναι ότι το ανοσοποιητικό σύστημα ίσως μπορεί να «επαναρυθμιστεί» πριν η φλεγμονή προκαλέσει μη αναστρέψιμες βλάβες στις αρθρώσεις. Παρότι προς το παρόν δεν υπάρχει εγκεκριμένη προληπτική θεραπεία, τα αποτελέσματα των μελετών είναι ενθαρρυντικά.
Τι συμβαίνει στο προκλινικό στάδιο;
Το προκλινικό στάδιο της ρευματοειδούς αρθρίτιδας χαρακτηρίζεται από σύνθετες αλλαγές στο ανοσοποιητικό σύστημα. Δεν πρόκειται μόνο για την παρουσία αυτοαντισωμάτων, αλλά για μια γενικότερη διαταραχή της ανοσολογικής ισορροπίας.
Οι προκλήσεις της πρόληψης
Παρότι τα αυτοαντισώματα αποτελούν ισχυρούς δείκτες κινδύνου, δεν οδηγούν πάντα στη νόσο. Ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων με θετικούς δείκτες δεν αναπτύσσει ποτέ ρευματοειδή αρθρίτιδα. Αυτό καθιστά δύσκολη τόσο την πρόβλεψη όσο και τον σχεδιασμό προληπτικών παρεμβάσεων.
Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι που βρίσκονται σε κίνδυνο δεν επισκέπτονται γιατρό, καθώς δεν έχουν έντονα συμπτώματα. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες επισημαίνουν την ανάγκη για ευρύτερα δίκτυα έρευνας και καλύτερα συστήματα έγκαιρου εντοπισμού.