Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) εντοπίζεται πιο δύσκολα στα κορίτσια απ’ ό,τι στα αγόρια. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερες γυναίκες ζητούν αξιολόγηση και λαμβάνουν διάγνωση, με αποτέλεσμα τα ποσοστά διάγνωσης στους ενήλικες να έχουν πλέον εξισωθεί μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Στα παιδιά, όμως, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Παρότι τα στοιχεία διαφέρουν από μελέτη σε μελέτη, τα αγόρια εξακολουθούν να διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ δύο έως και τρεις φορές συχνότερα από τα κορίτσια.
Γιατί τα κορίτσια υποδιαγιγνώσκονται;
Στα κορίτσια και τις γυναίκες, η ΔΕΠΥ τείνει να εκδηλώνεται ως απροσεξία — δηλαδή, δυσκολία να παραμείνουν συγκεντρωμένες σε μια εργασία, εύκολη διάσπαση προσοχής, προβλήματα οργάνωσης. Αντίθετα, στα αγόρια και τους άνδρες η διαταραχή εκδηλώνεται πιο συχνά με υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα — νευρικότητα, δυσκολία να μείνουν καθιστοί, έντονη κινητικότητα. Τα κορίτσια μπορεί επίσης να έχουν αυτά τα συμπτώματα, αλλά αναφέρονται πολύ λιγότερο. Νεότερες έρευνες δείχνουν ότι η υπερκινητικότητα στα κορίτσια μπορεί να εκδηλώνεται πιο «ήσυχα», μέσα από υπερβολική ομιλητικότητα ή έντονη λεκτική δραστηριότητα.
Υπάρχει επίσης η υποψία ότι πολλά κορίτσια καλύπτουν ή υποβαθμίζουν τα συμπτώματά τους. Μπορεί να νιώθουν εσωτερική ανησυχία ή έντονη ανάγκη για κίνηση, αλλά οι κοινωνικές προσδοκίες —να είναι ήρεμες, «καλές μαθήτριες», συνεργάσιμες— τις ωθούν να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια για να τα κρύψουν. Έτσι, επειδή τα συμπτώματα είναι λιγότερο εμφανή ή δεν ταιριάζουν με το «κλασικό» προφίλ της ΔΕΠΥ, τα κορίτσια συχνά δεν πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια και μένουν χωρίς διάγνωση.
Χρειαζόμαστε καλύτερα διαγνωστικά κριτήρια για τη ΔΕΠΥ;
Οι μελέτες που διαμόρφωσαν τα σημερινά διαγνωστικά κριτήρια βασίστηκαν κυρίως σε άνδρες συμμετέχοντες. Αυτό αποτελεί πρόβλημα, γιατί δεν μας επιτρέπει να έχουμε μια πλήρη εικόνα του πώς εκδηλώνονται τα συμπτώματα σε όλα τα φύλα. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς εμφανίζεται η ΔΕΠΥ σε διαφορετικούς ανθρώπους. Το ζήτημα, όμως, είναι κυκλικό: οι επιστήμονες λένε ότι πρέπει να μελετήσουμε περισσότερα κορίτσια, αλλά είναι δύσκολο να τα εντοπίσουμε, επειδή διαγιγνώσκονται σπανιότερα και άρα συμμετέχουν λιγότερο σε έρευνες.
Τα κορίτσια με ΔΕΠΥ εμφανίζουν επίσης συχνότερα ψυχικές συννοσηρότητες σε σχέση με κορίτσια χωρίς ΔΕΠΥ. Και όταν συγκρίνονται με αγόρια που έχουν τη διαταραχή, τα κορίτσια παρουσιάζουν πιο συχνά κατάθλιψη και άγχος. Αυτό δυσκολεύει τον διαχωρισμό του τι αποτελεί σύμπτωμα της ΔΕΠΥ και τι όχι. Επηρεάζει επίσης ποιοι συμμετέχουν τελικά στις μελέτες: στην προσπάθεια να απομονώσουν τα «καθαρά» συμπτώματα της ΔΕΠΥ, πολλοί ερευνητές αποκλείουν κορίτσια —ή γενικά άτομα— με συνυπάρχουσες διαταραχές.
Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να μελετήσουμε καλύτερα αυτά τα κορίτσια, ώστε στο μέλλον να εξετάσουμε το ενδεχόμενο διαφορετικών ή πιο ευέλικτων διαγνωστικών κριτηρίων. Μέχρι τότε, πρέπει να αξιοποιήσουμε τα υπάρχοντα κριτήρια με τρόπο που να διευρύνει την κατανόησή μας για το πώς εκδηλώνονται τα συμπτώματα στα κορίτσια και πώς επηρεάζουν τη λειτουργικότητά τους.