Κάποιοι παραπονιούνται ότι ο ή η σύντρόφός τους δεν τους προσφέρουν τόση τρυφερότητα, ότι είναι πιο συγκρατημένοι και ότι μόνο οι ίδιοι εκφράζουν την αγάπη τους. Μια νέα μελέτη δείχνει ότι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στις ρομαντικές σχέσεις είναι η συνολική ποσότητα ζεστασιάς και τρυφερότητας που μοιράζονται οι σύντροφοι, όχι το αν την εκφράζουν στον ίδιο βαθμό.
Αν και η ομοιότητα συχνά θεωρείται «κλειδί» για τη συμβατότητα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αυξημένη τρυφερή επικοινωνία οδηγεί σε καλύτερη ποιότητα σχέσης από το απλώς να «ταιριάζει» κανείς με το χαμηλότερο επίπεδο έκφρασης του συντρόφου του. Τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Communication Studies.
Τι κάνει τα ζευγάρια να πετυχαίνουν
Η επιστήμη των σχέσεων βασίζεται συχνά σε δύο ανταγωνιστικές ιδέες για το τι κάνει τα ζευγάρια να πετυχαίνουν. Η πρώτη υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έλκονται από συντρόφους με παρόμοια χαρακτηριστικά, υπόβαθρο και συμπεριφορές. Σύμφωνα με αυτήν, ένας συγκρατημένος άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πιο άνετα με έναν εξίσου ήσυχο σύντροφο.
Με βάση αυτή τη λογική, μια ασυμφωνία στην εκφραστικότητα θα μπορούσε να δημιουργήσει τριβές ή παρεξηγήσεις. Αν ο ένας σύντροφος είναι πολύ εκδηλωτικός και ο άλλος πιο ψυχρός, το χάσμα αυτό θεωρείται ότι οδηγεί σε δυσαρέσκεια. Αντίθετα, η θεωρία ανταλλαγής τρυφερότητας υποστηρίζει ότι η έκφραση στοργής είναι μια θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη που ενισχύει άμεσα το συναισθηματικό δέσιμο. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η τρυφερότητα λειτουργεί ως πόρος που προάγει την επιβίωση και την αναπαραγωγή.
Τι έδειξε η έρευνα για την τρυφερότητα στις σχέσεις
Στη μελέτη, οι ερευνητές επιχείρησαν να ξεκαθαρίσουν ποιος από τους δύο μηχανισμούς παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη ρομαντική ικανοποίηση, εξετάζοντας αν τα ζευγάρια που δεν έχουν πολλές οιμοιότητες υποφέρουν από ανισορροπία ή αν η μεγάλη ποσότητα ζεστασιάς μπορεί να αντισταθμίσει τις διαφορές τους. Η ερευνητική ομάδα στρατολόγησε 141 ζευγάρια από τις ΗΠΑ και μελέτησε το κάθε ζευγάρι ως ενιαία μονάδα, όχι απλώς ως δύο μεμονωμένα άτομα.
Κάθε συμμετέχων συμπλήρωσε λεπτομερή ερωτηματολόγια που μετρούσαν τις συνήθεις συμπεριφορές και τα συναισθήματά του. Οι συμμετέχοντες κατέγραψαν την «χαρακτηριστική» τους τρυφερή επικοινωνία, δηλαδή τη γενική τους τάση να εκφράζουν και να λαμβάνουν στοργή. Αυτό περιλάμβανε λεκτικές επιβεβαιώσεις, μη λεκτικές χειρονομίες, όπως το κράτημα χεριών και πράξεις υποστήριξης.
Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν επίσης την ποιότητα της σχέσης τους σε διάφορες διαστάσεις, όπως την εμπιστοσύνη, την οικειότητα, το πάθος και τη συνολική ικανοποίηση. Στη συνέχεια, οι ερευνητές προσπάθησαν να αναλύσουν πώς αλληλεπιδρούν αυτοί οι παράγοντες.
Τα δεδομένα της έρευνας έδειξαν ξεκάθαρα ότι το συνολικό επίπεδο τρυφερής επικοινωνίας είναι πολύ ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της υγείας μιας σχέσης από τη διαφορά ή την ομοιότητα μεταξύ των συντρόφων. Με απλά λόγια, ένα ζευγάρι όπου ο ένας είναι πολύ εκδηλωτικός και ο άλλος μέτρια εκδηλωτικός εμφανίζει μεγαλύτερη ικανοποίηση από ένα ζευγάρι όπου και οι δύο είναι εξίσου συγκρατημένοι.
Η ομοιότητα δεν έβλαψε τη σχέση, απλώς δεν πρόσφερε την ίδια ώθηση που προσφέρει η υψηλή συνολική ζεστασιά. Για τους περισσότερους δείκτες ποιότητας, αυτό που μετράει είναι το σύνολο της τρυφερότητας, όχι ποιος την προσφέρει πιο απλόχερα. Το εύρημα αυτό αμφισβητεί την ιδέα ότι το να βρούμε έναν «καθρέφτη» του εαυτού μας είναι το «κλειδί» της ευτυχίας.
Τρυφερότητα και οφέλη
Τα οφέλη φαίνεται να προέρχονται από τις ιδιότητες της στοργής να μειώνει το στρες. Ένα περιβάλλον πλούσιο σε τρυφερότητα λειτουργεί ως «μαξιλάρι» απέναντι στις συγκρούσεις και δημιουργεί ένα απόθεμα θετικών συναισθημάτων.
Όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, η τρυφερή επικοινωνία είναι ωφέλιμη τόσο για εκείνον που τη δίνει, όσο και για εκείνον που τη λαμβάνει. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν ένας σύντροφος είναι περισσότερο τρυφερός, η σχέση μπορεί να ευημερεί.