Στην αγορά εργασίας, διακρίνουμε μια αντίφαση: Από τη μία το εργατικό δυναμικό γερνάει, καθώς ανεβαίνει ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού και επιμηκύνεται ο εργάσιμος βίος.

Από την άλλη, στους χώρους εργασίας οι διακρίσεις λόγω ηλικίας, ακόμα και αν τυπικά απαγορεύονται, στην πράξη ζουν και βασιλεύουν.

Έρευνες διαπιστώνουν ότι το φαινόμενο του ageism, του ηλικιακού ρατσισμού, καλά κρατεί στην αγορά εργασίας στην Ευρώπη, παρά τις προσπάθειες καταπολέμησης των διακρίσεων.

Oι 50+ στο περιθώριο;

«Είναι ο ηλικιακός ρατσισμός ο κύριος παράγοντας διακρίσεων στους χώρους εργασίας στην Ευρώπη;», αναρωτιέται το VoxEurop,  ανεξάρτητη δημοσιογραφική πλατφόρμα που συγκεντρώνει ρεπορτάζ και έρευνες από όλη την ΕΕ.

Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουν ενταθεί οι προσπάθειες για την αύξηση της πολυμορφίας και της συμπερίληψης στον χώρο εργασίας, μια δημογραφική ομάδα φαίνεται να έχει μείνει στο περιθώριο: οι άνω των 50 ετών.

Αυτός ο αποκλεισμός είναι πιο εμφανής στον διάλογο γύρω από τη ρητορική μίσους στο διαδίκτυο, όπου η προσοχή εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στη ρατσιστική, σεξιστική ή μισαναπηρική γλώσσα και σπάνια στον ηλικιακό ρατσισμό. Ήταν και είναι αποδεκτό να μισεί ή έστω να ειρωνεύεται κανείς τους «boomers», ένας ορισμός που έχει πλέον πάρει σβάρνα και τους 50άρηδες της Generation X.

Οι συνταξιούχοι στο στόχαστρο

Στη Γαλλία, η ακροδεξιά εκτός από τον φυλετικό ρατσισμό, αρέσκεται να καλλιεργεί και μορφές ηλικιακού ρατσισμού. Ένα δημοφιλές meme ονομάζεται «Κοινωνικό Συμβόλαιο». Απεικονίζει τον νεαρό επαγγελματία Νικολά, ο οποίος κλαίει καθώς ο μισός μισθός του πηγαίνει σε επιδόματα για τον μετανάστη εργάτη Καρίμ και «τεράστιες συντάξεις» για τον Μπερνάρ και τη Σαντάλ, ένα χαρούμενο ζευγάρι 70χρονων που ξοδεύει τα λεφτά του σε κρουαζιέρες αναψυχής.

Πρόκειται για την ακραία εκδοχή μιας ρατσιστικής αντίληψης που καλλιεργεί εμμέσως και η ίδια η γαλλική κυβέρνηση, μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού. Ένα από τα τελευταία κατορθώματα του διορισμένου πρωθυπουργού Μπερνάρ Μπαϊρού, πριν κηρυχθεί έκπτωτος, ήταν να αποδώσει το χρέος της Γαλλίας στη δήθεν «καλοπέραση» των boomers.

Ο άγραφος ηλικιακός ρατσισμός

Εκτός όμως από τον ανοιχτό ρατσισμό κατά των ηλικιωμένων, υπάρχει και ένας υφέρπων ρατσισμός: Η άρρητη αλλά διαδεδομένη προκατάληψη ότι οι άνω των 50 ετών είναι λιγότερο ικανοί, τόσο σωματικά όσο και διανοητικά, να συνεισφέρουν στην κοινωνία, ειδικά όσον αφορά τον χώρο εργασίας.

Στη Γαλλία οι πολιτικές των επιχειρήσεων για τη «διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη» αρχίζουν να ενσωματώνουν την καταπολέμηση των ηλικιακών διακρίσεων. Υπάρχει όμως ακόμα υπερβολική ανοχή στις διακρίσεις κατά των ηλικιωμένων στους χώρους εργασίας.

Σύμφωνα με έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) για τις διακρίσεις στην εργασία,  το 25% των ανέργων άνω των 50 ετών δήλωσε ότι «τους είπαν ότι ήταν πολύ μεγάλοι για τη θέση εργασίας κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης». Το 50%  δηλώνει ότι «έχει βιώσει εξευτελιστικές συμπεριφορές στην εργασία τα τελευταία πέντε χρόνια». Όταν αυτοί οι εργαζόμενοι ανέφεραν την εμπειρία τους στους εργοδότες τους, μόνο οι μισοί «ένιωσαν ότι τους άκουσαν».

Αγγελίες εργασίας: Μειωμένες ευκαιρίες για τους άνω των 40

Ο Σουηδός οικονομολόγος Στέφαν Έρικσον και οι συνεργάτες του, σε πανεπιστημιακή έρευνα για τις ηλικιακές διακρίσεις στην αγορά εργασίας, πραγματοποίησαν ένα πείραμα. Έστειλαν 6.000 πλασματικές αιτήσεις εργασίας και δήλωσαν την ηλικία των υποψηφίων. Το αποτέλεσμα; Ήδη από τα 40 τους, οι πιθανότητες να επικοινωνήσει μαζί τους ένας εργοδότης μειώνονταν. Όσο μεγαλύτεροι σε ηλικία δήλωναν οι υποψήφιοι εργαζόμενοι, τόσο μειώνονταν οι πιθανότητες να τους απαντήσουν. Για όσους πλησίαζαν την ηλικία συνταξιοδότησης, η πιθανότητα να επικοινωνήσει μαζί τους ο εργοδότης ήταν σχεδόν μηδενική.

Ηλικιακά στερεότυπα

Η έρευνα του Έρικσον διαπίστωσε επίσης ότι οι εργοδότες τείνουν να έχουν αρνητικά στερεότυπα σχετικά με την «ευελιξία» των ηλικιωμένων εργαζομένων,  την ικανότητά τους να «μαθαίνουν νέα πράγματα» και να είναι «ενθουσιώδεις και εφευρετικοί». Αυτά τα στερεότυπα οδηγούν επίσης σε μειωμένες πιθανότητες προαγωγής για τους ηλικιωμένους εργαζομένους. Έτσι, υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της πίεσης για επιμήκυνση του επαγγελματικού βίου, και του γεγονότος ότι οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενες διακρίσεις καθώς γερνούν. «Μας προτρέπουν έντονα να εργαζόμαστε περισσότερο, αλλά είναι δύσκολο να το επιτύχουμε αυτό αν οι εργοδότες είναι απρόθυμοι να προσλαμβάνουν ηλικιωμένους. Οι άνθρωποι πρέπει να είναι πρόθυμοι να εργαστούν, αλλά και οι εργοδότες πρέπει να είναι πρόθυμοι να προσλάβουν», δηλώνει ο Έρικσον.

Δουλειά ως τα 75 για τους Ολλανδούς

Στην Ολλανδία τα πράγματα είναι πιο αισιόδοξα για τους ηλικιωμένους εργαζόμενους.  Σύμφωνα με έρευνα του Ολλανδικού Διεπιστημονικού Δημογραφικού Ινστιτούτου (NIDI), τα τελευταία χρόνια το ποσοστό απασχόλησης των συνταξιούχων έχει αυξηθεί σημαντικά. Η απασχόληση των 68χρονων αυξήθηκε από 10% σε 26% για τους άνδρες μεταξύ 2003 και 2023 και από 3% σε 8% για τις γυναίκες». Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι «η υγεία είναι ένας παράγοντας που αποτελεί εμπόδιο, αλλά όχι αποκλειστικός: το 8% των συνταξιούχων με μέτρια ή κακή υγεία εξακολουθούσαν να είναι ενεργοί στην αγορά εργασίας». Κατά μέσο όρο, οι ηλικιωμένοι εργαζόμενοι σκοπεύουν επίσης να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι να φτάσουν τα 75 έτη, πολύ μετά τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης, τα 67 έτη.

Δουλεύουν επειδή… έτσι τους αρέσει

Ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι τα οικονομικά προβλήματα βρισκόταν χαμηλά στη λίστα των κινήτρων για τους συνταξιούχους που επιστρέφουν ή παραμένουν στον χώρο εργασίας. Όλες οι κατηγορίες στην μελέτη των ερευνητών επέλεξαν την «διασκέδαση» ως κύριο κίνητρο, ακολουθούμενη από τις «κοινωνικές επαφές». Το «εισόδημα» βρισκόταν μεταξύ του τρίτου και του πέμπτου κινήτρου, ανάλογα με την κατηγορία των εργαζομένων.

Με τον φόβο ότι η έλλειψη εργατικού δυναμικού θα αυξηθεί καθώς ο ευρωπαϊκός πληθυσμός γερνάει, οι ερευνητές του NIDI υποστηρίζουν ότι η κατανόηση των κινήτρων και των προτιμήσεων των εργαζομένων σε ηλικία συνταξιοδότησης μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς να ενσωματώσουμε καλύτερα αυτούς τους έμπειρους εργαζομένους στον χώρο εργασίας, και «τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υποδηλώνουν ότι οι συνταξιούχοι εργάζονται κυρίως επειδή τους αρέσει».

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα βιώνουμε επίσης μια αντίφαση. Από τη μία το εργατικό δυναμκό γερνάει ενώ όλο και περισσότεροι συνταξιούχοι επιστρέφουν στη δουλειά.

Από την άλλη, αν δούμε το ισοζύγιο προσλήψεων – απολύσεων ανά ηλικιακή ομάδα, στο ΕΡΓΑΝΗ, βλέπουμε ότι τα πρωτεία στις απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, κατέχουν οι εργαζόμενοι 45-64 ετών.

Για παράδειγμα, τον Οκτώβριο, απολύθηκαν περίπου 130.000 εργαζόμενοι άνω των 45 ετών και προσλήφθηκαν περίπου 84.000.  Οι απολύσεις ήταν σχεδόν 45.000 περισσότερες από τις προσλήψεις, η μεγαλύτερη «ψαλίδα» από όλες τις ηλικιακές κατηγορίες. Η ίδια αναλογία σημειώνεται τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, με τους 45+ να έχουν τα πρωτεια στις απολύσεις.

Την ίδια στιγμή, οι εργοδότες στις ελληνικές επιχειρήσεις, δηλώνουν ότι η ηλικιακή ποικιλομορφία και η συνεργασία μεταξύ εργαζομένων διαφορετικών γενεών αυξάνει την παραγωγικότητα.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Randstad Workmonitor 2026, το 100% των εργοδοτών στην Ελλάδα θεωρεί προσόν για την επιχείρησή του να απασχολεί εργαζόμενους από διαφορετικές γενιές, έναντι 95% του διεθνούς μέσου όρου. Οι Έλληνες εργαζόμενοι είναι σχετικά λιγότερο πρόθυμοι να συνεργαστούν με συναδέλφους διαφορετικής ηλικίας. Το 68% των εργαζομένων και αναζητούντων εργασία απαντούν ότι «βασίζονται σε ανθρώπους από διαφορετικές γενιές για να διευρύνουν τις προοπτικές τους», έναντι 74% παγκοσμίως.

*Από την Αφροδίτη Τζιαντζή