H επαγγελματική εξουθένωση (burnout) αποτελεί ένα σύγχρονο σύνδρομο που ταλαιπωρεί τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων και ως εκ τούτου προκαλεί όλο και πιο έντονη δημόσια συζήτηση.
Γύρω του, όμως, έχουν καλλιεργηθεί επικίνδυνοι μύθοι: ότι «αντιμετωπίζεται με διακοπές», ότι «ξεπερνιέται με θέληση» ή ότι «το επικαλούνται οι τεμπέληδες». Ωστόσο, συνδέεται περισσότερο με χρόνιο, κακοδιαχειρισμένο στρες παρά με τη δουλειά καθαυτή.
«Όλοι νομίζουν ότι είναι κάποιου είδους ασθένεια», λέει η Κριστίνα Μάσλαχ, καθηγήτρια ψυχολογίας που πρώτη μελέτησε το σύνδρομο τη δεκαετία του 1970. «Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια αντίδραση σε χρόνιο εργασιακό στρες», εξηγεί η ίδια.
Με απλά λόγια, δεν είναι η ίδια η εργασία που οδηγεί στην επαγγελματική εξουθένωση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και ασκείται: ο παρατεταμένος φόρτος, η έλλειψη ελέγχου στους ρυθμούς και τις αποφάσεις, καθώς και η ανεπαρκής υποστήριξη μέσα στο εργασιακό περιβάλλον.
Τα πρώτα σημάδια
Πέρα από την απόδοση και την παραγωγικότητα, το burnout επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τα συναισθήματά τους, σκέφτονται και σχετίζονται με τους άλλους. H εκδήλωση του συνδρόμου δεν περιορίζεται στην επαγγελματική κόπωση, αλλά επεκτείνεται σε μια σταδιακή συναισθηματική αποσύνδεση από την καθημερινότητα, που συχνά προηγείται της φυσικής κατάρρευσης.
Πολλοί εργαζόμενοι λένε ότι δεν αναγνωρίζουν πια τον εαυτό τους, καθώς αναπτύσσουν χαρακτηριστικά ξένα προς αυτούς: νιώθουν όχι μόνο κουρασμένοι και απελπισμένοι, αλλά και απαθείς, κυνικοί, λιγότερο ανεκτικοί και πιο αποστασιοποιημένοι.
Σε αρκετές περιπτώσεις, τα πρώτα σημάδια δεν εμφανίζονται καν στη δουλειά, αλλά στο σπίτι και στις προσωπικές σχέσεις τους ή εκδηλώνονται ως έλλειψη χαράς για πράγματα που παλιότερα είχαν νόημα. Πρόκειται για μια «σιωπηρή φθορά» που συχνά παρερμηνεύεται ως κακή διάθεση ή προσωπικό πρόβλημα.
Ακριβώς γι’ αυτό οι μύθοι γύρω από το burnout επιμένουν. Όταν η εξουθένωση δεν είναι ορατή, εύκολα αποδίδεται σε έλλειψη αντοχής ή κινήτρου. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια σύνθετη αντίδραση του οργανισμού, μια κατάσταση που απαιτεί κατανόηση ως πρώτο και ουσιαστικό βήμα για την αντιμετώπισή της, σύμφωνα με τους ειδικούς στους οποίους παραπέμπει ο Guardian. Ας δούμε, λοιπόν, τι ισχύει πραγματικά και τι όχι.
Μύθοι και αλήθειες
Το burnout είναι απλώς κούραση – ΛΑΘΟΣ. Η εξάντληση δεν είναι το μοναδικό σύμπτωμα-κλειδί, καθώς ακόμα πιο σημαντικό είναι το αίσθημα συναισθηματικής αποστασιοποίησης και κυνισμού. Οι εργαζόμενοι μπορεί να διαπιστώσουν ότι δυσκολεύονται να νοιαστούν το ίδιο για τους συναδέλφους τους και για τη δουλειά τους, κάτι που τους προκαλεί εκνευρισμό, λέει η Κλαούντια Χάμοντ, συγγραφέας του Overwhelmed: Ways to Take the Pressure Off.
Ένα άλλο σημάδι, σημειώνει η σύμβουλος burnout Άννα Κ. Σάφνερ, είναι μια αίσθηση ανεπάρκειας, ανεξαρτήτως αν είναι πραγματική. «Κάνεις όλο και λιγότερα πράγματα, κάτι που συχνά καταλήγει σε έντονα αισθήματα ντροπής ή ενοχής», εξηγεί.
Το burnout δείχνει κατάθλιψη ή άγχος – ΛΑΘΟΣ. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δεν το κατατάσσει στις ψυχικές διαταραχές ή νόσους. Παρ’ όλα αυτά, τονίζει η Χάμοντ, το άγχος και η κατάθλιψη μπορεί να είναι σημάδια burnout. Ωστόσο, «δεν νιώθουν όλοι όσοι έχουν burnout τόσο απελπισμένοι όσο οι άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη».
Μόνο αδύναμοι ή αδιάφοροι άνθρωποι παθαίνουν burnout – ΛΑΘΟΣ. «Αν η σκληρή δουλειά θεράπευε το burnout, πολλοί από εμάς θα ήμασταν ήδη καλά», λέει η Αμέλια Ναγκρόσκι, συνσυγγραφέας του Burnout: The Secret to Unlocking the Stress Cycle, η οποία νοσηλεύτηκε δύο φορές λόγω ασθένειας που προκλήθηκε από το στρες.
Το σύνδρομο μπορεί, στην πραγματικότητα, να αποτελεί ένδειξη ότι κάποιος είναι υπερβολικά αφοσιωμένος στη δουλειά του. «Οι άνθρωποι συχνά δυσκολεύονται να απομακρυνθούν… Αν δεν σε ένοιαζε, δεν θα εξουθενωνόσουν», εξηγεί η καθηγήτρια Γκέιλ Κίνμαν από την Εταιρεία Επαγγελματικής Ιατρικής.
Δεν είναι προσωπική αποτυχία – ΣΩΣΤΟ. «Δεν είναι η ίδια η δουλειά που προκαλεί burnout», λέει η Κίνμαν. «Συχνά είναι ο τρόπος με τον οποίο διοικείται η επιχείρηση και η υποστήριξη που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι». Έρευνες σε υγειονομικούς έχουν δείξει ότι οι οργανωτικοί παράγοντες παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο burnout απ’ ό,τι το ίδιο το άτομο. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα υπερβολικά φορτία εργασίας, οι πολλές ώρες και η έλλειψη ουσιαστικού λόγου στη λήψη αποφάσεων.
Η Μάσλαχ επισημαίνει, από την πλευρά της, ότι κάθε ουσιαστική αντιμετώπιση προϋποθέτει επανεξέταση των συνθηκών εργασίας. «Πολύ συχνά η αντίδραση είναι να βρούμε πώς θα διαχειριστούμε το burnout – αντί να αντιμετωπίσουμε τους χρόνιους εργασιακούς στρεσογόνους παράγοντες».
Οι διακοπές θα λύσουν το burnout – ΛΑΘΟΣ. «Ένας μύθος είναι ότι ένα πολύ σύντομο διάλειμμα θα κάνει τη διαφορά», λέει η Χάμοντ. Χρειάζεται «ένα εύλογο χρονικό διάστημα μακριά», συμβουλεύει η Κίνμαν, αλλά η διάρκειά του εξαρτάται από τη σοβαρότητα του burnout.
Αν και η σωματική ξεκούραση είναι σημαντική, προειδοποιεί να μην κλειστεί κανείς στον εαυτό του και να μην αποκοπεί από τις κοινωνικές επαφές: «Μην αφήσετε τη ζωή σας να συρρικνωθεί – φροντίστε να επανεισάγετε καλά πράγματα». Αν δεν μπορείτε να πάρετε άδεια, δοκιμάστε να εντάξετε «μικρο-ανακάμψεις» μέσα στην ημέρα για να ρυθμίσετε το νευρικό σας σύστημα και τα επίπεδα στρες.
Μπορείς να το ξεπεράσεις αν προσπαθήσεις αρκετά – ΛΑΘΟΣ. «Παλαιότερα μιλούσαν για προσωπικότητες τύπου Α που δούλευαν ασταμάτητα και πάθαιναν καρδιακά επεισόδια στα 40 τους», λέει η Μάσλαχ. Πλέον γνωρίζουμε γιατί. Το να συνεχίζεις με το κεφάλι σκυφτό μπορεί να οδηγήσει σε γαστρεντερικά, μυοσκελετικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.
Η γιατρός του Χάρβαρντ και συγγραφέας του The 5 Resets, δρ Αντίτι Νερουρκάρ, το βίωσε η ίδια, όταν εμφάνισε καρδιακά προβλήματα κατά τη διάρκεια της ιατρικής της εκπαίδευσης. «Σκεφτόμουν: ‘Το στρες δεν συμβαίνει σε ανθρώπους σαν εμένα, είμαι ανθεκτική’». Πλέον γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει επιστημονικά.
Ο κόσμος χρησιμοποιεί το burnout ως δικαιολογία για να αποφύγει τη δουλειά – ΛΑΘΟΣ. «Το burnout έχει γίνει λέξη-κλισέ», παραδέχεται η Ναγκρόσκι, όμως δεκαετίες μετά την πρώτη του καταγραφή από τη Μάσλαχ, «υπάρχουν συντριπτικές αποδείξεις ότι γίνεται όλο και πιο συχνό».
Σύμφωνα με έρευνα της TUC, για το burnout ευθύνεται μια «τέλεια καταιγίδα» παραγόντων: εντατικοποίηση των απαιτήσεων στη δουλειά, χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, επιδείνωση της ισορροπίας εργασίας-ζωής και χρήση τεχνολογιών επιτήρησης για την παρακολούθηση της παραγωγικότητας. «Οι άνθρωποι βιώνουν επίσης τις συνέπειες ενός οικονομικά και πολιτικά ασταθούς, εμμονικού με τις οθόνες κόσμου», υπογραμμίζει η Σάφνερ.
Η ιδέα ότι το burnout έχει «εργαλειοποιηθεί» για την αποφυγή εργασίας είναι κάτι που η Μάσλαχ απορρίπτει κατηγορηματικά: «Είναι πιο εύκολο [για τους εργοδότες] να πουν ότι κάτι δεν πάει καλά με το προσωπικό, ότι είναι αδύναμο και τεμπέλικο και δεν θέλει να δουλέψει, παρά να αναρωτηθούν: ‘Τι θα έκανε τη δουλειά πιο βιώσιμη;’».
Τα σωματικά συμπτώματα δεν αποτελούν μέρος του burnout – ΛΑΘΟΣ. Το burnout μπορεί να συνοδεύεται από σωματικές παρενέργειες, όπως μυϊκή ένταση, πονοκεφάλους, αρρυθμίες, υψηλή αρτηριακή πίεση και άλλα. Αυτό συμβαίνει επειδή το στρες είναι μια πανάρχαια βιολογική αντίδραση, σχεδιασμένη για να μας βοηθά να ξεφεύγουμε από κινδύνους, όπως το να τρέχουμε μακριά από έναν θηρευτή.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν το σώμα βρίσκεται υπό καθεστώς χρόνιου στρες, εξηγεί η Κίνμαν: «Αυτές οι προσαρμοστικές αντιδράσεις τείνουν να γίνονται δυσπροσαρμοστικές και να προκαλούν κάθε είδους προβλήματα».
Όλοι είναι λίγο εξουθενωμένοι – ΛΑΘΟΣ. «Τα δεδομένα αυτή τη στιγμή δείχνουν ότι περίπου το 76% των ανθρώπων βιώνει burnout», λέει η Νερουρκάρ. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι όλοι το βιώνουν σε βαθμό που να χρειάζονται μήνες εκτός δουλειάς.
«Το πραγματικό burnout είναι μια εξαιρετικά σοβαρή και υπαρξιακά απειλητική κατάσταση», λέει η Σάφνερ, στην οποία οι πάσχοντες «είναι χρόνια κουρασμένοι, αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν σε υψηλό επίπεδο στη δουλειά, με τεράστιο κόστος». Στη χειρότερη μορφή του, προσθέτει, «μερικές φορές δεν μπορούν καν να σηκωθούν από το κρεβάτι και υποφέρουν από εγκεφαλική ομίχλη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να διαβάσουν ή να γράψουν».
Είναι λύση η μείωση των ωρών εργασίας;
Εξαρτάται. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι λιγότερες ώρες μπορούν να ανακουφίσουν τα πρώιμα συμπτώματα, αλλά όχι αν αυτό συνοδεύεται από την προσδοκία ότι θα βγαίνει ίδιος όγκος δουλειάς.
Η μείωση του φόρτου μπορεί να βοηθήσει λίγο, αν οι άνθρωποι μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν αυτόν τον χρόνο για να επανασυνδεθούν με πράγματα και ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά, προειδοποιούν οι ειδικοί. Αν απλώς επιστρέφουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον που δεν είναι υγιές, το αποτέλεσμα δεν θα είναι το προσδοκόμενο.
Πέρα από την εξάλειψη των χρόνιων στρεσογόνων παραγόντων στη δουλειά, πάντως, υπάρχουν και μικρότερα βήματα που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του συνδρόμου: προστατεύστε τον ύπνο σας, μειώστε τον χρόνο μπροστά στις οθόνες, εντάξτε κάποια μορφή κίνησης στην καθημερινότητά σας. Οι ειδικοί ενθαρρύνουν τους πελάτες τους να επιστρέψουν σε ανθρώπους και εμπειρίες που τους έκαναν πιο ευτυχισμένους.
Επίσης, πρακτικές όπως η γιόγκα, ο διαλογισμός και οι ασκήσεις αναπνοής μπορούν να βοηθήσουν στο να ηρεμήσει ένα υπερφορτωμένο νευρικό σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από το burnout δεν αφορά απλώς την «κούραση» της σύγχρονης ζωής, αλλά τα όρια αντοχής του ανθρώπου σε ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης. Η αναγνώριση των μύθων είναι το πρώτο βήμα. Το επόμενο είναι να δούμε κατάματα τις συνθήκες που τους τροφοδοτούν. Γιατί όσο η εξουθένωση αντιμετωπίζεται ως ατομική αδυναμία, το πρόβλημα θα παραμένει συλλογικό. Και όσο θεωρείται «φυσιολογική», τόσο θα βαθαίνει σιωπηρά.
ΠΗΓΗ: in.gr