Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JACC, το κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό του American College of Cardiology, αποκαλύπτει ότι η ποιότητα των τροφών που επιλέγουμε σε μια χαμηλών υδατανθράκων ή χαμηλών λιπαρών δίαιτα είναι πιο σημαντική για την καρδιά από το απλό «κόψιμο» υδατανθράκων ή λιπαρών.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όταν αυτές οι δίαιτες βασίζονταν σε θρεπτικά και ποιοτικά τρόφιμα που δεν είχαν υποστεί επεξεργασία, συνδέθηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Αντίθετα, οι εκδοχές που περιλάμβαναν επεξεργασμένους υδατάνθρακες φάνηκαν να σχετίζονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και λιγότερο ευνοϊκούς μεταβολικούς δείκτες.

Τι αποκάλυψε η μελέτη σε σχεδόν 200.000 συμμετέχοντες

Για να κατανοήσουν καλύτερα τις διαφορές ανάμεσα στις εναλλακτικές εκδοχές διατροφικών πλάνων (με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και σε λιπαρά), οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 198.473 συμμετέχοντες που συμμετείχαν σε τρεις μεγάλες μελέτες: τη Nurses’ Health Study (NHS), τη NHS II και τη Health Professionals Follow-up Study.

Συνολικά, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για περισσότερα από 5,2 εκατομμύρια ανθρωπο-έτη, διάστημα κατά το οποίο καταγράφηκαν 20.033 περιστατικά στεφανιαίας νόσου. Ο όρος «ανθρωπο‑έτη» είναι ένας επιστημονικός τρόπος μέτρησης του χρόνου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι είτε πολλοί άνθρωποι παρακολουθήθηκαν για λίγα χρόνια, είτε λιγότεροι άνθρωποι παρακολουθήθηκαν για πολλά χρόνια, είτε ένας συνδυασμός των δύο.

Οι διατροφικές συνήθειες αξιολογήθηκαν μέσω ερωτηματολογίων συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων. Στη συνέχεια, η ερευνητική ομάδα ανέπτυξε ειδικά σκορ, ώστε να διαχωριστούν οι υγιεινές από τις λιγότερο υγιεινές εκδοχές των διατροφικών προτύπων, με βάση την ποιότητα των τροφών και τη συνολική θρεπτική τους αξία.

Τι φάνηκε να ωφελεί περισσότερο την καρδιά

Η ανάλυση αποκάλυψε ορισμένα σημαντικά μοτίβα:

  • Οι υγιεινές εκδοχές των διατροφών τόσο με χαμηλούς υδατάνθρακες όσο και με χαμηλά λιπαρά, όταν βασίζονταν σε φυτικές τροφές, προϊόντα ολικής άλεσης και ακόρεστα λιπαρά, συνδέθηκαν με σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.
  • Οι λιγότερο υγιεινές εκδοχές, που περιλάμβαναν υψηλή κατανάλωση επεξεργασμένων υδατανθράκων και ζωικών λιπαρών και πρωτεϊνών, σχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.
  • Οι διατροφές υψηλότερης ποιότητας συνδέθηκαν επίσης με χαμηλότερα επίπεδα τριγλυκεριδίων, υψηλότερη HDL («καλή») χοληστερόλη και μειωμένη φλεγμονή.
  • Τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και μέσω μεταβολομικών αναλύσεων, οι οποίες έδειξαν πιο ευνοϊκά προφίλ βιοδεικτών σε άτομα που ακολουθούσαν πιο υγιεινά διατροφικά μοτίβα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δεν μπορούν απαραίτητα να εφαρμοστούν σε άλλες διατροφικές προσεγγίσεις, όπως οι κετογονικές δίαιτες, όπου η πρόσληψη υδατανθράκων ή λιπαρών μειώνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνεύονται εντός του εύρους των μακροθρεπτικών συστατικών που παρατηρήθηκαν στη συγκεκριμένη μελέτη.

Επιπλέον, οι διατροφικές πληροφορίες βασίστηκαν σε αυτοαναφορές των συμμετεχόντων, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σφάλματα μέτρησης ή ανακρίβειες. Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι οι συμμετέχοντες ήταν επαγγελματίες υγείας, άτομα δηλαδή με υψηλότερη επίγνωση θεμάτων υγείας και καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα ίσως να μην αντικατοπτρίζουν πλήρως τον γενικό πληθυσμό.

Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι οι βιολογικοί μηχανισμοί που συνδέουν την ποιότητα της διατροφής με την καρδιά δεν θα διαφέρουν σημαντικά από άλλες ομάδες ανθρώπων.