Επί δεκαετίες, το 140 mm Hg λειτουργούσε σαν ένα άτυπο όριο ασφαλείας για την πίεση, μια τιμή που θεωρούμε μέχρι και σήμερα φυσιολογική. Όμως η επιστήμη εξελίσσεται και μαζί της αλλάζει και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Μια νέα ανάλυση από το Mass General Brigham υποστηρίζει ότι ίσως πρέπει να στοχεύουμε ακόμη χαμηλότερα και συγκεκριμένα κάτω από 120 mm Hg.

Σύμφωνα με τη μελέτη προσομοίωσης, που δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine και αξιοποίησε δεδομένα από μεγάλες βάσεις, όπως η κλινική δοκιμή SPRINT και η εθνική έρευνα NHANES, η πιο εντατική ρύθμιση της πίεσης, με στόχο κάτω από 120 mm Hg, φαίνεται να προσφέρει σημαντικά μεγαλύτερη προστασία από έμφραγμα, εγκεφαλικό και καρδιακή ανεπάρκεια.

Τρία σενάρια, μία πραγματικότητα για την πίεση

Οι ερευνητές μοντελοποίησαν την πορεία υγείας ασθενών με στόχους συστολικής πίεσης κάτω από 120 mm Hg, κάτω από 130 mm Hg και κάτω από 140 mm Hg. Για κάθε σενάριο υπολόγισαν τον κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού και καρδιακής ανεπάρκειας, αλλά και τις πιθανές παρενέργειες από τη φαρμακευτική αγωγή.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο στόχος <120 mm Hg προσέφερε τη μεγαλύτερη μείωση καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η εντατική ρύθμιση φάνηκε να μειώνει σημαντικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στη διάρκεια της ζωής, προσφέροντας ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ειδικά για τα άτομα με αυξημένο προφίλ κινδύνου.

Η πραγματική ζωή μέρος της μελέτης για την πίεση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ανάλυσης είναι ότι οι ερευνητές δεν βασίστηκαν μόνο σε «ιδανικές» συνθήκες. Αντίθετα, ενσωμάτωσαν στο μοντέλο τους τις συνηθισμένες αποκλίσεις που συμβαίνουν στις μετρήσεις πίεσης στην πραγματική ζωή, από το λάθος μέγεθος περιχειρίδας μέχρι τη βιασύνη στο ιατρείο και το άγχος στο ιατρείο.

Παρότι αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, το συμπέρασμα παρέμεινε σταθερό, με τους ερευνητές να σημειώνουν ότι η εντατική ρύθμιση εξακολουθεί να υπερέχει.

Υπάρχουν και προκλήσεις

Ενώ η πιο αυστηρή προσέγγιση (<120 mm Hg) συνδέθηκε με μια σειρά από οφέλη, όπως σημαντική μείωση εμφραγμάτων, λιγότερα εγκεφαλικά επεισόδια, χαμηλότερο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και καλύτερη συνολική πρόγνωση στη διάρκεια της ζωής, συνοδεύεται και από ορισμένες προκλήσεις, όπως -μεταξύ άλλων- αυξημένη πιθανότητα υπότασης ή ζάλης, καθώς και μεγαλύτερη ανάγκη για παρακολούθηση.

Αυτές οι παράμετροι δεν περνούν απαρατήρητες, σύμφωνα με τους ερευνητές, αλλά στη συγκεκριμένη ανάλυση, τα οφέλη φάνηκαν να υπερβαίνουν των παρενεργειών, ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη.

Η επικεφαλής της μελέτης, Karen Smith, PhD, σημειώνει «Ο στόχος κάτω από 120 mm Hg προλαμβάνει περισσότερα καρδιαγγειακά επεισόδια, ακόμη κι όταν οι μετρήσεις δεν είναι τέλειες». Παράλληλα, τονίζει ότι η εντατική θεραπεία δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη επιλογή για όλους. Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα, με βάση τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και το συνολικό προφίλ υγείας του κάθε ασθενούς.