Σε μια εποχή όπου ο χρόνος μοιάζει να συρρικνώνεται και οι υποχρεώσεις να πολλαπλασιάζονται, η ανάγνωση συχνά καταλήγει να μετατίθεται για «αργότερα». Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι στρέφονται στα audiobooks ως έναν πιο ευέλικτο τρόπο να μείνουν κοντά στα βιβλία, ακόμη κι όταν η καθημερινότητα δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει· προσφέρει η ακρόαση τα ίδια οφέλη με την παραδοσιακή ανάγνωση;
Η επιστημονική έρευνα των τελευταίων ετών δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις και αποκαλύπτει ότι η σχέση ανάμεσα στα δύο είναι πιο σύνθετη απ’όσο νομίζουμε.
Ανάγνωση VS ακρόασης
Παλαιότερη μελέτη δημοσιευμένη στο Journal of Neuroscience, εξέτασε με fMRI (λειτουργική μαγνητική τομογραφία) πώς αντιδρά ο εγκέφαλος όταν οι συμμετέχοντες διαβάζουν ή ακούν τις ίδιες ιστορίες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι εγκεφαλικοί χάρτες ήταν σχεδόν πανομοιότυποι: η σημασιολογική επεξεργασία — δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο δίνουμε νόημα στις λέξεις — ενεργοποιούσε τις ίδιες περιοχές, είτε οι ιστορίες διαβάζονταν είτε ακούγονταν.
Αντίστοιχα, νεότερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Communications Biology επιβεβαίωσε ότι ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί τα ίδια δίκτυα για να επεξεργαστεί πληροφορίες διαφορετικής διάρκειας, από μεμονωμένες λέξεις μέχρι ολόκληρες αφηγήσεις, ανεξάρτητα από το αν η πληροφορία φτάνει μέσω ανάγνωσης ή ακρόασης.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή.
Πού υπερτερεί η ανάγνωση
Παλαιότερη μετα-ανάλυση, που εξέτασε συνολικά 46 μελέτες, υποστήριξε ότι όταν οι ακροατές δεν μπορούν να ελέγξουν τον ρυθμό ακρόασης, η κατανόηση μειώνεται, ειδικά όταν χρειάζεται να εξαχθούν συμπεράσματα ή να γίνει πιο σύνθετη επεξεργασία του κειμένου. Η κυριολεκτική κατανόηση (δηλαδή η αναγνώριση ξεκάθαρων πληροφοριών) ήταν παρόμοια ανάμεσα στις δύο μορφές, αλλά η βαθύτερη κατανόηση φάνηκε να προκύπτει από την ανάγνωση.
Αυτό διότι όταν διαβάζετε, μπορείτε να σταματήσετε, να ξαναδείτε μια παράγραφο, να επεξεργαστείτε μια άγνωστη λέξη ή να επιστρέψετε σε ένα σημείο που θεωρήσατε σημαντικό, εξηγούν οι ερευνητές. Στην ακρόαση, ο ρυθμός καθορίζεται από τον αφηγητή και η πληροφορία «περνάει» πιο γρήγορα, χωρίς οπτικά σημεία αναφοράς.
Επιπλέον, η ακρόαση συχνά συνδυάζεται με multitasking (περπάτημα, γυμναστική), κάτι που μπορεί να αποσπάσει την προσοχή και, κατ’επέκταση, την κατανόηση.
Η έξυπνη επιλογή
Η έρευνα δείχνει ότι και οι δύο μορφές έχουν τη θέση τους, αρκεί να επιλέγετε ανάλογα με τον στόχο σας. Τα audiobooks για παράδειγμα, είναι ιδανικά για βιβλία που θέλετε να απολαύσετε χαλαρά, για ακρόαση κατά την μετακίνηση ή την άσκηση (με την επίγνωση ότι πιθανόν θα συγκρατήσετε λιγότερα). Από την άλλη, η ανάγνωση ίσως είναι η καλύτερη επιλογή για υλικό που θέλετε να θυμάστε σε βάθος, για σύνθετα κείμενα που απαιτούν αργό ρυθμό ή επανάληψη ή σε περιπτώσεις που η λεπτομέρεια έχει σημασία.
Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την ιστορία με παρόμοιο τρόπο, είτε τη διαβάζετε είτε την ακούτε. Ωστόσο, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ανάγνωση εξακολουθεί να προσφέρει πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την προσοχή, τη μνήμη και τη βαθύτερη κατανόηση, στοιχεία που φαίνεται να συμβάλλουν περισσότερο στη γνωστική εξέλιξη.