Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του vita.gr στην Google

Η επιδημία Έμπολα απειλεί να εξαπλωθεί από το Κογκό στην Ουγκάντα και άλλες γειτονικές χώρες, με τον επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας να προειδοποίησε ότι η ταχύτητα εξάπλωσης του ιού υπερβαίνει τις προσπάθειες αντιμετώπισης. Το ερώτημα είναι αν μπορούν εύθραυστα συστήματα υγείας να αντέξουν τέτοιες κρίσεις, ενώ υπάρχει η εμπειρία αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοιού.

Μπορεί η πανδημία του κορονοϊού να ενίσχυσε ένα μοντέλο ετοιμότητας επικεντρωμένο στην τεχνολογική ανάσχεση, ωστόσο σύμφωνα με επιστήμονες η επιδημία Έμπολα αναδεικνύει ένα ελάττωμα αυτού του μοντέλου.

Ενώ, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ασχολούνται κυρίως με εμβόλια, πνευματική ιδιοκτησία και μεταφορά τεχνολογίας, η καθηγήτρια Παγκόσμιας Υγείας Άννι Σπάροου αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Icahn School of Medicine at Mount Sinai στη Νέα Υόρκη και ο Ντάνιελ Λούσι καθηγητής ιατρικής και πολιτικής υγείας στη Geisel School of Medicine at Dartmouth College, υποστηρίζουν ότι δίνεται λιγότερη προσοχή στις ανθρώπινες δυνάμεις που καθορίζουν αν επικίνδυνες επιδημίες μπορούν να περιοριστούν.

Οι πρακτικοί περιορισμοί της αντιμετώπισης της τρέχουσας επιδημίας Έμπολα είναι δύσκολο να αγνοηθούν, λένε σε ανάλυσή τους στο The Conversation. Η κατοχή μεγάλων τμημάτων του ανατολικού Κονγκό από το M23, παραστρατιωτική οργάνωση που υποστηρίζεται από τη Ρουάντα, έχει κατακερματίσει την εξουσία και έχει περιπλέξει την ανθρωπιστική πρόσβαση στην περιοχή που πλήττεται από συγκρούσεις, οι περικοπές ξένης βοήθειας έχουν αποδεκατίσει τους τοπικούς φορείς υλοποίησης. Παράλληλα, η εμπιστοσύνη του κοινού προς τις εθνικές αρχές, τον ΟΗΕ και τους διεθνείς οργανισμούς υγείας έχει σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεγάλης επιδημίας Έμπολα στο ανατολικό Κονγκό, από το 2018 έως το 2020, τα μέτρα ελέγχου απέτυχαν επανειλημμένα μεταξύ πληθυσμών που είχαν πληγεί από συγκρούσεις και εκτοπισμό. Κοινότητες που ζούσαν μέσα σε χρόνια ανασφάλεια, εκτεταμένο υποσιτισμό, ελονοσία και βία συχνά θεωρούσαν παρεμβάσεις όπως η ιχνηλάτηση επαφών και οι «ασφαλείς ταφές» από την αστυνομία αποκομμένες από τις ευρύτερες υγειονομικές πραγματικότητες.

Καταγράφηκαν περισσότερες από 400 επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και προσωπικό κατά τη διάρκεια εκείνης της επιδημίας, τροφοδοτώντας κύκλους δυσπιστίας που εξακολουθούν να διαμορφώνουν την αντιμετώπιση επιδημιών σήμερα.

Οι δύο ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα παγκόσμια πλαίσια ετοιμότητας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τις επιδημίες κυρίως ως διακριτά βιολογικά γεγονότα που απαιτούν τεχνικό περιορισμό και όχι ως συμπτώματα αστάθειας.

Χρειάζονται λειτουργικά συστήματα, όχι μόνο συστήματα επιτήρησης

Ο κίνδυνος δεν είναι απλώς ότι τα συστήματα επιτήρησης μπορεί να αποτύχουν να προβλέψουν την επόμενη πανδημία. Είναι ότι ο κόσμος κινδυνεύει να οικοδομήσει μια πιο εξελιγμένη αρχιτεκτονική ανακάλυψης παθογόνων και ανταγωνισμού βιοάμυνας, παραμελώντας τα πιο άμεσα αίτια της βιολογικής αστάθειας.

Η βιοϊατρική καινοτομία παραμένει ουσιώδης, αλλά τα εμβόλια και οι πειραματικές θεραπείες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν λειτουργικά συστήματα υγείας ή πολιτικές στρατηγικές ικανές να τα προστατεύσουν. Δεν μπορούν να θεραπεύσουν τη δυσπιστία και το στίγμα που αποτρέπουν τους ασθενείς ούτε την πρακτική πληρωμής πληροφοριοδοτών για να τους καταγγείλουν. Ακόμη και τα καλύτερα βιοϊατρικά εργαλεία απαιτούν λειτουργικά συστήματα και κοινωνική αποδοχή για να επιτύχουν ουσιαστική εφαρμογή.

Ούτε θα πρέπει η ετοιμότητα να συνεχίσει να βασίζεται σε επιδεικτικά μέτρα που αποτυγχάνουν σε πραγματικές συνθήκες. Οι θερμικοί έλεγχοι στα αεροδρόμια ελάχιστα συνέβαλαν στον περιορισμό του Έμπολα σε προηγούμενες επιδημίες ή της COVID-19, ιδιαίτερα όταν οι επιδημίες είχαν ήδη εξαπλωθεί σε ιδιαίτερα κινητικούς πληθυσμούς με περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη.

Πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις ίσως βρίσκονται σε λιγότερο ορατά αλλά περισσότερο επεκτάσιμα συστήματα, συμπεριλαμβανομένης της επιτήρησης λυμάτων, της αποκεντρωμένης εργαστηριακής ικανότητας και της κοινοτικής κλινικής πληροφόρησης, που ανιχνεύουν επιδημίες πριν υπερφορτωθούν τα νοσοκομεία.

Η ετοιμότητα απέναντι στις πανδημίες δεν αποτελεί απλώς επιστημονική και βιοϊατρική πρόκληση, σημειώνουν οι δύο ειδικοί υγείας, αλλά είναι θεμελιωδώς πολιτική. Αυτή η πραγματικότητα είναι ήδη ορατή στις συνεχιζόμενες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης δημόσιας υγείας διεθνούς ενδιαφέροντος. Αυτές εξακολουθούν να περιλαμβάνουν την πολιομυελίτιδα, που παραμένει στη λίστα τα τελευταία 12 χρόνια, και τον Έμπολα, που επανεμφανίζεται διαρκώς σε περιοχές του Κονγκό που πλήττονται από συγκρούσεις και τώρα και στην Ουγκάντα.

Δεν είναι μόνο επιστημονικό το πρόβλημα

Έτσι, λένε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ απλώς επιστημονικό. Οι κυβερνήσεις διοχέτευσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε αντίμετρα ειδικά για παθογόνα, πλατφόρμες εμβολίων και προγράμματα βιοάμυνας, δίνοντας πολύ λιγότερη προσοχή στην αερογενή και ασυμπτωματική μετάδοση, την επικοινωνία κινδύνου και τις δομικές ευθραυστότητες που μετατρέπουν έναν ιό σε παγκόσμια καταστροφή: υπερπλήρη νοσοκομεία, ελλείψεις προσωπικού, άνιση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, εύθραυστες εφοδιαστικές αλυσίδες, πολιτική δυσπιστία και υποχρηματοδοτούμενα συστήματα δημόσιας υγείας.

Γι΄αυτό και καταλήγουν στο γεγονός ότι πουθενά αυτή η στενή, τεχνοκρατική προσέγγιση της ετοιμότητας δεν είναι πιο επικίνδυνη απ’ ό,τι σε περιοχές συγκρούσεων. Οι τακτικές πολιορκίας πλέον εκμεταλλεύονται την εξάρτηση από τα συστήματα υγείας.

Στο ανατολικό Κονγκό, τη Γάζα, τη Μιανμάρ, το Σουδάν, την Ουκρανία και αλλού, νοσοκομεία, συστήματα ύδρευσης, ανθρωπιστικές αποστολές και γιατροί — ιδιαίτερα χειρουργοί — γίνονται ολοένα περισσότερο στόχοι. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εμβολιασμοί καταρρέουν, η ανίχνευση επιδημιών αποδυναμώνεται, ανθεκτικοί οργανισμοί πολλαπλασιάζονται και οι ασθένειες εξαπλώνονται μέσω του συνωστισμού, του εκτοπισμού και της κατάρρευσης των συστημάτων υγιεινής.

πηγή in.gr