Μεγάλο μέρος της εργασιακής εμπειρίας δεν αφορά μόνο τα επίσημα καθήκοντα μιας θέσης, τουλάχιστον για τις γυναίκες. Περιλαμβάνει και μια παράλληλη, αόρατη διαδικασία διαρκούς επεξεργασίας: τη διαχείριση εντυπώσεων, τη συναισθηματική ρύθμιση, την κοινωνική προσαρμογή και τη συνεχή πρόβλεψη του πώς θα γίνουν αντιληπτές οι πράξεις και η συμπεριφορά τους. Αυτή η διάσταση της εργασίας περιγράφεται ως «νοητικό φορτίο» (mental load). Επειδή είναι δύσκολο να «μετρηθεί», δεν αποτυπώνεται σε αξιολογήσεις απόδοσης, σε περιγραφές θέσεων ή σε διαδικασίες προαγωγών. Παράλληλα, σε αντίθεση με τα ορατά και μετρήσιμα καθήκοντα, το νοητικό φορτίο δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να… απενεργοποιήσει στο τέλος της εργάσιμης ημέρας.
Αυτή η γνωστική εγρήγορση —η ανάγκη να παρακολουθεί κανείς ταυτόχρονα εντυπώσεις, σχέσεις, συναισθήματα και κοινωνικές ισορροπίες— μπορεί να συμβάλλει στην επαγγελματική εξουθένωση. Το burnout, σε αυτή την περίπτωση, δεν εξηγείται μόνο από τις πολλές ώρες δουλειάς. Προκύπτει από τη συνεχή ψυχολογική «επιτήρηση» που συνοδεύει την ίδια την εργασία. Με το χρόνο, μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά το πώς βιώνεται η εργασία: ποιοι νιώθουν ψυχολογική ασφάλεια, ποιοι οδηγούνται σε εξάντληση και, τελικά, ποιοι παραμένουν στον χώρο εργασίας.
Γυναίκες: Η «διπλή δουλειά» στον χώρο εργασίας
Για πολλές γυναίκες, αυτή η αόρατη εργασία ξεκινά πριν καν πουν την πρώτη τους λέξη σε μια σύσκεψη. Συχνά προηγούνται εσωτερικές διεργασίες όπως: πώς θα ερμηνευτεί η αυτοπεποίθηση, αν η διαφωνία πρέπει να μετριαστεί για να διατηρηθεί η κοινωνική αποδοχή ή αν η ορατότητα θα λειτουργήσει υπέρ ή εις βάρος της επαγγελματικής εικόνας.
Αυτές οι νοητικές διεργασίες συνδέονται με αυτό που η ψυχολογία περιγράφει ως «διπλό δεσμό» (double bind). Οι γυναίκες καλούνται να συνδυάσουν χαρακτηριστικά που κοινωνικά θεωρούνται αντιφατικά: να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξες και ηγετικές, αλλά και ζεστές, προσιτές και κοινωνικά ευαίσθητες.
Έτσι, συμπεριφορές που επιβραβεύονται στους άνδρες —όπως η αυτοπροβολή— μπορεί να προκαλούν αρνητικές κρίσεις όταν εκδηλώνονται από γυναίκες.
Έρευνες δείχνουν ότι αυτή η ασυμμετρία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους στην πράξη, συχνά προσαρμόζοντας τον λόγο, τον τόνο ή ακόμη και τον τρόπο που απαντούν σε απλά κοινωνικά ερεθίσματα, όπως ένα κομπλιμέντο.
Από το λόγο μέχρι την εμφάνιση: Η συνεχής αυτοπαρακολούθηση
Η γνωστική αυτή επιβάρυνση δεν περιορίζεται στον τρόπο επικοινωνίας. Ακόμη και η εξωτερική εμφάνιση μπορεί να γίνει πηγή συνεχούς αξιολόγησης και προσαρμογής. Οι γυναίκες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αντικρουόμενες προσδοκίες: να είναι περιποιημένες αλλά όχι «υπερβολικά» καθώς η υπερβολική επιμέλεια μπορεί επίσης να προκαλέσει αρνητικές κριτικές. Παρόμοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί και για το μακιγιάζ- οι κοινωνικές προσδοκίες παραμένουν αντιφατικές και συχνά ασαφείς.
«Φόρος φροντίδας»
Πέρα από την αυτοπαρουσίαση, πολλές γυναίκες αναλαμβάνουν και ένα ακόμη επίπεδο αόρατης εργασίας: τη συναισθηματική και κοινωνική λειτουργία της ομάδας.
Συχνά είναι εκείνες που λειτουργούν ως «συνδετικός κρίκος» μέσα σε έναν οργανισμό: διαχειρίζονται εντάσεις, υποστηρίζουν συναδέλφους, καθοδηγούν νεότερα μέλη, διατηρούν το ηθικό και συμβάλλουν στη συνοχή της ομάδας.
Αυτή η εργασία, αν και κρίσιμη για την ομαλή λειτουργία κάθε οργανισμού, παραμένει αόρατη, ακριβώς επειδή όταν γίνεται σωστά, δεν αφήνει ίχνη προβλήματος…
Το φαινόμενο αυτό έχει περιγραφεί και ως «φόρος φροντίδας» (care tax): η άτυπη αλλά σταθερή προσδοκία ότι οι γυναίκες θα αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της συναισθηματικής και σχεσιακής εργασίας, χωρίς αντίστοιχη αναγνώριση.
Παραδόξως, αυτές οι δεξιότητες —ενσυναίσθηση, συνεργασία, συναισθηματική νοημοσύνη και διαχείριση σχέσεων— είναι ακριβώς εκείνες που οι σύγχρονοι οργανισμοί δηλώνουν ότι θεωρούν κρίσιμες για την αποτελεσματική ηγεσία.
Ωστόσο, εξακολουθούν συχνά να κατατάσσονται ως «soft skills» και να υποτιμώνται έναντι των πιο τεχνικών ικανοτήτων.